Πεθαίνοντας για τις ιδέες

Ποίηση: Georges Brassens

Να πάμε να πεθάνουμε όλοι για μιαν ιδέα;
Εγώ, που δεν το σκέφτηκα, κόντεψα να πεθάνω,
γιατί όλοι οι ιδεόπληκτοι —τόσο πολλοί, εξάλλου—,
ουρλιάζοντας «σκοτώστε τον», ορμήσαν να με φάνε.

Ξέραν πώς να με πείσουνε κι η ιταμή μου μούσα,
ξορκίζοντας τα λάθη της, συμμάχησε μαζί τους,
κρατώντας, όμως, και αυτή μια πισινή συνάμα:
Πως "ναι! Ας τα τινάξουμε για τις ιδέες, μα πάντα
αργά αργά πηγαίνοντας και πιο αργά γερνώντας".

Κρίνοντας πως δε φθείρονται στον ουρανό τ’ αστέρια,
ας ταξιδέψουμε αργά μέχρι τον άλλο κόσμο,
αφού, αν το ζορίσουμε, μπορεί να μην αξίζουν
αύριο οι ιδέες μας όσο αξίζουν τώρα.

Γιατί δεν είναι πιο πικρό και πιο καταραμένο,
σαν παραδίνεται η ψυχή, τότε να διαπιστώνεις
το πόσο παραστράτησες, πώς μπέρδεψες τους δρόμους.
Γι’ αυτό, ναι, ας πεθάνουμε για τις ιδέες, μα πάντα
αργά - αργά πηγαίνοντας τον θάνατο να βρούμε.

Νάτοι και οι χρυσόστομοι, του μαρτυρίου προφήτες:
το πιο συχνά αργοπορούν κάτω στη γη και έχουν
των αλλονών τον θάνατο λόγο της ύπαρξής τους.
Σε όλα τα στρατόπεδα, βλέποντάς να περνάνε
τον Μαθουσάλα, σίγουρα, σε χρόνους, συμπεραίνω
πως πρέπει όλοι —δε μπορεί— με μια φωνή να λένε:
«Ω ναι! Ας τα τινάξουμε, μακρόσυρτα γερνώντας».

Ιδέες που αξιώνουνε τόλμη κι αυτοθυσία,
σέκτες κάθε απόχρωσης ένα σωρό προσφέρουν,
και μπαίνει το ερώτημα στο νεαρό σφαχτάρι:
«Πανάξιος ο θάνατος για τις ιδέες, μα τίνος;»

Κι έτσι που φαίνοντ’ όμορφες και δείχνουν τόσο ίδιες,
άμα τις βλέπεις να ’ρχονται με τις πλατιές σημαίες,
σοφά διστάζεις και σφυράς έναν σκοπό φευγάτο:
«Αν είναι να πεθάνουμε για τις ιδέες, ας είναι
ο θάνατος αργόσυρτος, τα γηρατειά μεγάλα».

Ακόμη κι αν αρκούσανε μια, δυο, τρεις εκατόμβες
τα πάντα να αλλάξουνε και να διορθωθούνε,
τόσα κεφάλια που ’πεσαν εδώ και τόσες νύχτες,
θα ’πρεπε στον παράδεισο επί της γης να ζούμε.

Αλλά, χωρίς σταματημό, αυτή η άγια ώρα
όλο και αναβάλλεται και στις καλένδες πάει,
και δε χορταίνουν οι θεοί τη δίψα τους, και πάλι
ο θάνατος ξανά, ο θάνατος αρχίζει.
Οπότε, ας τα τινάξουμε κι εμείς για μιαν ιδέα,
μα πάντα αργά πεθαίνοντας και πιο αργά γερνώντας.

Ω εσείς, οι μπουρλοτιέρηδες και του χαμού διακόνοι!
Μπροστάρηδες ας γίνετε στου δράκοντα το στόμα.
Συγγνώμη, μα τους ταπεινούς αφήστε τους να ζήσουν·
ό,τι τους μένει στη ζωή, είν’ η ζωή η ίδια.

Δεν έχει ανάγκη ο Χάροντας να μάθει τη δουλειά του,
κι ούτε να του ακονίσετε θα ’θελε το δρεπάνι.
Πάψτε πια να χορεύετε απ’ το ικρίωμα γύρω
κι εμάς αργά αφήστε μας ως τη θανή να ζούμε.