Οκτώ μικρές ιστορίες

Ο στιχοπλόκος

Μονήρης ήταν από γεννησιμιού του. Μόνος έπαιζε, μόνος στο σχολείο, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, έμαθε τη ζωή στα χαρτιά. Χωρίς να είναι μισογύνης, δεν τον τραβούσαν τόσο οι γυναίκες.

Κάποτε, ο νους του άρχισε να σκαρώνει παιχνίδια. Συνέλαβε τον εαυτό του να συνθέτει ποιήματα. Εμμονή που τον ενοχλούσε, γιατί στο παραμικρό ερέθισμα μετέτρεπε τη σκέψη του σ’ ένα μικρό στιχούργημα που σφηνωνόταν για ώρες στο μυαλό του και τον τριβέλιζε, μέχρι να επινοήσει κι άλλο. Και ιδίως τώρα. Τώρα που η άνοιξη εισέβαλε πανταχόθεν, τώρα που οι γυναίκες διαγκωνίζονται για το ποια θα είναι το πιο ευωδιαστό άνθος της Άνοιξης, τι σκάρωσε ο νους του; Τρεις στίχους:

Ήρθε το έαρ

κι άνθισε

των γυναικών το φρέαρ

Τώρα, δεν μπορεί να βρει την ησυχία του, όχι τόσο επειδή  τον απασχολεί το φρέαρ, όσο επειδή του σφηνώθηκαν οι στίχοι στο μυαλό και, δίχως να σημαίνουν τίποτε, τον βασανίζουν.

Όναρ παρά θιν αλός

(Με τον τρόπο του Ανδρέα Εμπειρίκου)

Ανθίσταται ασθμαίνων ο ήρως της ιστορίας στα εμπόδια άτινα περιβάλλουσιν αυτόν ωσεί όστρακα περιβάλλοντα πάσσαλον ενσφηνωμένον εν προκυμαία, διαβρεχόμενον υπό κυμάτων του πορθμού του Ευρίπου, εις τον μυχόν του κόλπου της Χαλκίδος. Πάσσαλον  δε λέγων, εννοώ παλούκι ορθόν, χονδρόν, γιγαντιαίον, με πέος τιτάνιον ομοιάζον, με φαλλόν εν στύσει και αναμονή, εν μέσω των παφλασμών των κυμάτων των συστρεφομένων εκ της περιοδικής μεταβολής της φοράς των ρευματικών κινήσεων, εν αναμονή αιδοίου, ήτοι κόλπου: της πόλεως, αλλά και της νήσου, ήτις πάλλεται, δονείται και συστρέφεται εκ της περιοδικότητος των παφλασμών, ωσεί κορασίς εν περιπτύξει με έμπειρον επιβήτορα διδάσκοντα αυτήν τα του έρωτος στοιχειώδη.

Η περιπαθής συνουσία εξελίσσεται μεν εις αγροικίαν της νήσου παρά θιν αλός, όπου χαίνει εγκαταλελειμμένον φρέαρ, πλην όμως θα ηδύνατο να επισυμβαίνει εις την κεφαλήν του αναγνώστου των γραμμών τούτων, εις βαθμόν μάλιστα ώστε να διερωτάται αν όντως είναι αναγνώστης ή περιδεής συμμέτοχος της ονειρικής τούτης πράξεως.

Το ναΐδριον

(Με τον τρόπο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Το ναΐδριον εκείτο μοναχικόν, παραδομένον εις τας ορέξεις των κυμάτων άτινα άλλοτε ως νεαραί κόραι, άλλοτε ως υστερικαί Μαινάδες επεθύμουν την καθολικήν κατερείπωσιν του.

Πολλοί χρόνοι είχον παρέλθει και το γηραλέον ναΐδριον ομοίαζε περισσότερον με παλαιόν φάρον εν αχρηστεία παρά με κτήριον προοριζόμενον δια λατρευτικήν χρήσιν. Οι παλαιότεροι μόνον ενθυμούνται, και διηγούνται εις τους νεωτέρους διανθίζοντες καταλλήλως τας διηγήσεις των εις τρόπον ώστε, ότε γίνονται πιστευταί, προκαλούν ρίγη τρόμου, εν εναντία δε περιπτώσει κινούν το ενδιαφέρον του ακροατού δια το παράξενον συμβάν. Τοιουτοτρόπως, το ναΐδριον, ο μανδρότοιχος αυτού και το μυστηριωδώς διανοιχθέν φρέαρ, ανήμερα της εορτής του Αγίου, ευθύς μόλις το εκκλησίασμα είχε αποχωρήσει και ο ιερεύς απεκδυθεί των αμφίων του, ισχυρά σεισμική δόνησις, συνοδεία ριπών αέρος και εκκωφαντικού κρότου, διήνοιξε ευμεγέθη οπήν εν τω μέσω του ναού ήτις έκτοτε παραμένει χαίνουσα λόγω ελλείψεως πόρων τόσον δια την ενίσχυσιν των τραυματισθένων θεμελίων όσον και δια την επιδιόρθωσιν των αγιογραφιών του.

Το φρέαρ

Αλβανοί λιθοξόοι επόπτευαν με άκρα επιμέλεια το διανοιχθέν φρέαρ από τους νεώτερους, για την ύδρευση του οικισμού, αλλά και για το ενδεχόμενο εξεύρεσης του θησαυρού που ο μακαρίτης είχε θάψει σε γωνιά του κτήματος που τώρα είχε περιέλθει στην κυριότητα του Κράτους, το οποίο το εκχώρησε στο Δήμο, όστις το υπενοικίασε σε εργολάβο που θα μπορούσε να είναι σωματέμπορος, που έναντι αμοιβής παραχωρούσε στέγη και τροφή σε απόρους, εν γένει αλλοδαπούς, οι οποίοι συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου επεδίδοντο σε διάνοιξη λαγουμιών για την εξεύρεση του θρυλούμενου θησαυρού που ο τότε κάτοχος του κτήματος και νυν μακαρίτης φέρεται να είχε θάψει. Θησαυρό απαρτιζόμενο από λίρες χρυσές Αγγλίας τις οποίες με μόχθο και μύρια βάσανα είχε περισυλλέξει κατά τα δύστηνα χρόνια της κατοχής, οπότε και σίτισε μέγα  πλήθος συμπολιτών του έναντι συμβολικού ποσού, δεδομένου ότι τα περισσότερα των εσόδων του εξοδεύοντο σε δωροδοκίες στελεχών του στρατού εγχωρίου ή ξένου.

Το ντεκολτέ

Ιούνιος μήνας, κι αυτός, έντεκα η ώρα το πρωί, καυλωμένος στο έπακρο στη θέα των τορνευτών γλουτών της φιλολόγου, ν’ αλληθωρίζει μια στον πίνακα μια στα μπούτια της τάχα καλυμμένα από τη λεπτεπίλεπτη φούστα. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι κάλυπτε η φούστα, απεκάλυπτε το ντεκολτέ, ενώ το σύνολο υπογραμμιζόταν από το άρωμα της που κρατούσε ξάγρυπνους  πολλούς από τους υποψήφιους για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ήταν κι εκνευρισμένος από  το κωλομάθημα που όχι μόνο δεν του έδινε κανένα εφόδιο, αλλά του αφαιρούσε χρόνο από τα πολύτιμα Αγγλικά που τόσο τα χρειαζόταν για τις σπουδές του στην Αγγλία. «Την τρέλα μου», σκέφτηκε, όταν η φιλόλογος έκανε μια ερώτηση και δεν απάντησε κανείς. «Πλάκα θα ‘χει να ρωτήσει εμένα». Και όταν η καθηγήτρια στράφηκε σ’ αυτόν, ρωτώντας τον «Εσύ, Κωνσταντινίδη, ξέρεις ένα τριτόκλιτο ουσιαστικό  με κατάληξη “ρω”;», αυτός, εκλιπαρώντας για βοήθεια από το υπερπέραν και καρφώνοντας το βλέμμα  στο ντεκολτέ της, ανέκραξε: «Φρέαρ».

Θυμάμαι
(Μνήμη Georges Pérec)

Θυμάμαι…Τα τζιουκ μποξ στη βόλτα της πόλης και τους φαντάρους με στολές εξόδου και γυαλισμένα άρβυλα.
Θυμάμαι…Την υδροφόρα του Δήμου να βρέχει το χωματόδρομο και μια δροσιά καυτή ν’ ακουμπά τον ήλιο τη στιγμή που αυτός ακουμπούσε τον ορίζοντα.
Θυμάμαι…Την τελευταία ημέρα στο σχολείο με το ενδεικτικό να τρέχουμε στο δρόμο και τους περαστικούς να μας ρωτάνε “τι βαθμό πήρες”.
Θυμάμαι…Τα πρώτα τεύχη του Μικρού Ήρωα και του Μικρού Καουμπόη.
Θυμάμαι… Ένα δέντρο μοναχικό στο βάθος του κάμπου μακριά που έστεκε προκλητικό και μου ‘λεγε: “Μπορείς να έρθεις ως εδώ; Μπορείς να έρθεις;”
Θυμάμαι το Ρέμα της Σαχταρίνας που πήγα την ξαδέλφη μου από τα οργωμένα χωράφια και λάσπωσε τα πεδιλάκια της.
Θυμάμαι…Περαστικούς να πετούν το αποτσίγαρο στο δρόμο και να το σβήνουν με την άκρη του παπουτσιού.
Θυμάμαι…Τον πατέρα μου με καμπαρτίνα να στέκεται στο πεζοδρόμιο, το πόδι λυγισμένο κι ακουμπισμένο στον τοίχο γελαστός να συζητά με κόσμο.
Θυμάμαι…Να βρέχει και στη βεράντα του σπιτιού να σχηματίζονται φουσκάλες καθώς έσκαγαν οι σταγόνες της βροχής.
Θυμάμαι…Στρατιώτες να περιπολούν με απαγόρευση της κυκλοφορίας κι από τα νοτισμένα τζάμια να παραφυλώ και να κρυφοκοιτάζω.
Θυμάμαι…Την κυρία Ελευθερία, δασκάλα στο Δημοτικό.
Θυμάμαι…εν τέλει το μέλλον μου αναπολώντας εικόνες από το παρελθόν μου.

Θεσσαλονίκη (Ι)

Έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού. Τη Θεσσαλονίκη των εφηβικών μου χρόνων τη βρήκα πιο όμορφη απ' όταν την άφησα πριν από τριάντα χρόνια. Την ανακάλυψα ξανά ως ώριμος άντρας με γωνιές κι αισθήσεις που δεν ήμουν σε θέση να γνωρίζω κατά τα χρόνια της αθωότητας. Αυτός ο χρόνος της διακοπής της Αθηναϊκής ζωής μου με πλούτισε ηθικά κι αισθητικά. Έτσι επιστρέφω στην Αθήνα πιο γεμάτος, πιο δυνατός. Πιο ώριμος, ίσως, για να ανακαλύψω κι άλλες από τις ομορφιές της που η νοσταλγία μου από την πολύχρονη απουσία μου από τη Θεσσαλονίκη με εμπόδιζε να δω καθαρά.
Είμαι σίγουρος ότι οι φίλοι στην Αθήνα με περιμένουν. Όπως και οι φίλοι της Θεσσαλονίκης που τόσο αναπάντεχα αποχωρίζομαι. Αλλά τι άλλο είναι η φιλία παρά μια διαρκής ανάμνηση σε πείσμα του χρόνου και των αποστάσεων;
Θεσσαλονίκη σε αφήνω. Αθήνα επιστρέφω. Σας αγαπώ και τις δυο και σάς ονειρεύομαι: Είμαι δίγαμος!

Θεσσαλονίκη (ΙΙ)

Αχ αυτή η Θεσσαλονικιώτικη συννεφιά!

Απ' το λαιμό σε πιάνει. Σου γεμίζει το μυαλό και σαν μέγγενη σου σφίγγει την καρδιά. Ψάχνεις αφορμή να κλάψεις και βρίσκεις τόσο πολλές. Έξαφνα κοίτα! Η κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη. Πλάι στην Ικτίνου με τα πάλαι ποτέ φροντιστήρια, απέναντι από το 2ο Γυμνάσιο. Πιο κάτω η Τσιμισκή με την Ευρωπαϊκή της επίφαση. Πόσο όμορφες είναι οι γυναίκες! Πόσο θα ήθελες να σε ερωτευτούν! Ο πεζόδρομος της Αγίας Σοφίας σε τραβάει χωρίς να το θέλεις και σ' ανεβάζει μέχρι την Εγνατία. Η Αχειροποίητος! Κόβεις αριστερά. Αποχαιρετάς το Βυζάντιο και ακουμπάς το Οθωμανικό σου παρελθόν. Ανηφορίζεις. Μπροστά σου η Ρωμαϊκή Αγορά. Ακόμη ακούς να την ονομάζουν "Πλατεία Δικαστηρίων". Ολοένα ανεβαίνεις: Άγιος Δημήτρης. Όλο αριστερά: Διοικητήριο.


Ώσπου αντιλαμβάνεσαι ότι έκανες τον περίπλου μιας ιστορίας δύο χιλιάδων χρόνων. Μετέχεις και τη διαμορφώνεις. Τα κτήρια δίπλα σου μπορείς να τα αγγίξεις. Τίποτα δεν είναι απροσπέλαστο. Όλα τόσο κοντινά. Τόσο δικά σου. Η Θεσσαλονίκη είναι δικιά σου. Κι εσύ δικός της. Ζεις μέσα της. Ζει μέσα σου. Αναπόφευκτα. Ερωτικά. Αν δεν ερωτευτείς αυτή την πόλη, τότε τι άλλο σού μένει να ερωτευτείς;