Του Διονυσίου του Θεσσαλονικέως,
κατά κόσμον Διονύση Σαββόπουλου.
Πάνω από τριάντα χρόνια λόγια ηχογραφώ.
Ήμουν "Νέο Κύμα" έναν καιρό.
Πόθησα τον κόσμο σαν αχόρταγο παιδί.
Κάθε του αναγνώριση
για μένα ήταν γιορτή.
Μα όπως μεγαλώνουμε
κι όμορφα παλιώνουμε
θα `θελα η καρδιά μου να κριθεί
από τους δασκάλους μας
μικρούς μας και μεγάλους μας,
όσους προπαντός έχουν για πάντα κοιμηθεί.
Κι όταν καλή ώρα φεύγουν φίλοι και κοινό
και μονάχος μένω στο κενό
νιώθω να μου φέγγουν απ’ τις όχθες τις πλαϊνές
κάτι φαναράκια· των δασκάλων μου οι σκιές.
Φέγγουν οι αθάνατοι
σ’ ένα βυσσινί βαθύ .
Χαίρε η ελληνίς ανατολή.
Κι από το σκοτάδι πλάι
η μορφή τους μας κοιτάει
και χαμογελάει βουρκωμένη, θεϊκή.
Βρήκα τ’ όνειρό σου σε γραμμές πολιτικές
μα το πήγα πέρα απ’ αυτές
όπου μ’ οδηγούσε δίχως να το αντιληφθώ
η καταγωγή μου και η τέχνη που εξασκώ.
Κλείνει τώρα ο κύκλος κι είναι ο θάνατος πολύς,
θάνατος στη μέση της ζωής
και πονώ για σένα που ήρθε η ώρα να το δεις
δόξα είν᾿ η ευθύνη της δικής μας αλλαγής.
Φτάσαμε στ’ ανείπωτα:
μη πετάξεις τίποτα.
Μας μεταμορφώνει μια πνοή.
Τώρα ένα παιδί αρκεί
να μας εντοπίσει εκεί,
κι όμορφος ο κόσμος, θα `ρθει πάλι να μας δει.
Σε κάθε τι που σε μαγεύει υπάρχει στην αρχή κάτι σαν αγκίστρι, κατάλληλα δολωμένο, για να τραβήξει την ψυχή σου. Η δική μου ψυχή πιάστηκε στο αγκίστρι που δόλωσε ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς με τους στίχους:
θα `θελα η καρδιά μου να κριθεί
από τους δασκάλους μας
μικρούς μας και μεγάλους μας,
όσους προπαντός έχουν για πάντα κοιμηθεί.
Τους είχα πρωτακούσει στο ραδιόφωνο, καθώς πήγαινα κάπου με το αυτοκίνητο και πέρασα ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου αναπολώντας τους, ύστερα ψάχνοντας τους, ώσπου τελικά τους βρήκα, μαζί βέβαια με ολόκληρο το ποίημα. Το αγκίστρι ήταν πια καρφωμένο βαθειά μέσα μου οπότε και η πετονιά με τράβηξε από το βάθος στην επιφάνεια. Και στην επιφάνεια είδα το φως.
Ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς είναι βέβαια τραγουδοποιός. Είναι αυτό που στην Ευρώπη ξεκίνησε από τους τροβαδούρους του Μεσαίωνα για να καταλήξει στις μέρες μας (δεκαετία του 1960) σε μια πολύ εκλεπτυσμένη μορφή σύνθετης τέχνης μουσικής και ποίησης που βρήκε τον μεγαλύτερο εκφραστή της στη Γαλλία με τον George Brassens, ποιητή – τραγουδοποιό, που ένα διάστημα γινόταν λόγος να μπει στην Ακαδημία των Αθανάτων.
Δεν είμαι ειδικός ώστε να επιχειρήσω μια συνολική ανάλυση του έργου του Διονυσίου του Θεσσαλονικέως. Με ενδιαφέρει μόνο το ποίημα ως καθαρή ποίηση και όχι ως δημιουργία μελοποιημένης ποίησης. Αυτό βέβαια ίσως δυσαρεστήσει κάποιους που θέλουν την ποίηση αποκλειστικά στα χέρια ποιητών και όχι τραγουδοποιών. Όμως ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς γράφει και ποίηση. Το έργο που διαβάσαμε πιο πάνω είναι Ποίημα. Αν επιχειρούσα να το ξεδιαλύνω ως ποίημα-μουσική τι θα μπορούσα άραγε να γράψω; Τίποτε. Αποσπώ κι εγώ το λόγο, δηλαδή το ρητό μέρος, και ψάχνω σε αυτό το άρρητο. Και θα δείτε, υπάρχει πολύ!
Αυτή η αναφορά του Ποιητή στους δασκάλους του τι όμορφη που είναι! Και πόσο ασυνήθιστη! Ο Ισαάκ Νεύτων είπε «Είδα μακριά επειδή στηρίχθηκα σε ώμους γιγάντων». Αυτά τα λόγια δεν τα συνηθίζουμε στην Ελλάδα. Προσέξτε αυτό: «Θα ήθελα η καρδιά μου να κριθεί». Όχι το έργο μου. Η καρδιά μου. Γιατί το έργο μου τελικά δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια αποτύπωσης της καρδιάς μου, της ψυχής μου, του νου μου στο λόγο, που αν το κατάφερα ή όχι και σε ποιο βαθμό δε γνωρίζω, αλλά γνωρίζετε εσείς, ω δάσκαλοι, μικροί και μεγάλοι, γνωρίζετε προπαντός εσείς, ω κεκοιμημένοι δάσκαλοι, τι είχα στην καρδιά μου και επομένως ζητώ να γίνετε κριτές της, αποζητώ την Κρίση σας.
Σε ποιους δασκάλους αναφέρεται άραγε ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς; Μα τι ερώτηση! Κάποιος άλλος μεγάλος, Ποιητής αυτός, έγραψε: «Παιδιά πολλών ανθρώπων είναι τα λόγια μας». Θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί ότι ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς αποτίει φόρο τιμής στον «Άγνωστο Δάσκαλο». Καταθέτει στέφανο και εκφράζει τη λατρεία του κατά τον ίδιο τρόπο που οι πρόγονοί του λάτρευαν τον «Άγνωστο Θεό».
Μα, θα μπορούσε να πει κανείς, ποιος είναι αυτός που ζητάει να κριθεί από τις ψυχές των νεκρών και μάλιστα των δασκάλων της Τέχνης. Η απάντηση έρχεται ταπεινά από τον ίδιο τον Διονύσιο τον Θεσσαλονικέα:
Πάνω από τριάντα χρόνια λόγια ηχογραφώ.
Ήμουν "Νέο Κύμα" έναν καιρό.
Πόθησα τον κόσμο σαν αχόρταγο παιδί.
Κάθε του αναγνώριση
για μένα ήταν γιορτή.
Λέει, δηλαδή, ο άνθρωπός: Κοιτάξτε να δείτε, έχω δουλέψει εγώ! Έχω διακονήσει στην Τέχνη μου πάνω από τριάντα χρόνια. Υπήρξα «άλκιμος νεανίας», κατά τη Σπαρτιατική Χορωδία. Έχω κολλήσει ένσημα, κατά το κοινώς λεγόμενο. Επομένως ζητώ να με δικάσετε. Να με κρίνετε από το δικαστήριο τ’ ουρανού, ώστε όταν κι εγώ ανέβω με το καλό, να έχω τα πιστοποιητικά που θα με επιτρέψουν να σας κοιτάω κατάματα και ίσως, ποιος ξέρει, να μπορώ να κρίνω κι εγώ άλλους.
Εξάλλου, τι είμαι εγώ; Ένας από εσάς είμαι. Ένα παιδί. Γιατί, ως γνωστόν, στις υψηλότερες σφαίρες σοφίας βρίσκεται ο άνθρωπός ως παιδί. Αφού φέρει νωπή ακόμη τη Σοφία της Οικουμένης που στη συνέχεια, ως ενήληξ, κάνει ό, τι μπορεί για να λησμονήσει. Εκτός αν είναι Ποιητής. Που ολοένα αποζητά στην Ψυχή του το ξεχασμένο παιδί. Και αν το βρει μεταβαίνει στους Ουρανούς. Λέει λοιπόν, εν τη αφελεία του ο Ποιητής:
Πόθησα τον κόσμο σαν αχόρταγο παιδί.
Κάθε του αναγνώριση
για μένα ήταν γιορτή.
Τρεις στίχοι, μια ζωή. Αυτή η πυκνότητα νοήματος απαράμιλλη όπως σε έναν Καβάφη, Αλεξανδρινό αυτόν, δηλαδή μιας άλλης πρωτεύουσας πνευματικής και τόσο κοντινής αλήθεια με τη Συμβασιλεύουσα. Γιατί, ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς, με το Ποίημα αυτό ανακηρύσσεται σε Ποιητή Πανελλήνιας, δηλαδή πανανθρώπινης εμβέλειας, αφού διαλαλεί και ανακράζει:
Χαίρε η ελληνίς ανατολή.
Αυτή η ελληνίς ανατολή του ατομικισμού, της γονιμοποίησης της Δυτικής σκέψης και της Νεοελληνικής σχιζοφρένειας, όπως έχει αναλυθεί πάμπολλες φορές, που μπαίνει εμβόλιμα, σαν σφήνα, την ώρα που ο ποιητής στρέφει στην ψυχή του, όπως η Σελήνη στον Ήλιο, στην Αθανασία μέσα από το Πνεύμα των Σοφών που κλαίνε για το σκοτάδι που τον περιβάλει, κλαίνε χωρίς λυγμούς, όπως αρμόζει σε θεούς, δακρύζοντας μόνο και βέβαια χαμογελώντας, γιατί και αυτοί, αν και αθάνατοι νεκροί είναι, και τόσο καλά το γνωρίζουν:
Φέγγουν οι αθάνατοι
σ’ ένα βυσσινί βαθύ .
Χαίρε η ελληνίς ανατολή.
Κι από το σκοτάδι πλάι
η μορφή τους μας κοιτάει
και χαμογελάει βουρκωμένη, θεϊκή.
Κι ο ποιητής το γνωρίζει. Και το δείχνει μιλώντας για τη μοναξιά εν μέσω κενού, με τέσσερις στίχους που φέρνουν από Πλάτωνα:
Κι όταν καλή ώρα φεύγουν φίλοι και κοινό
και μονάχος μένω στο κενό
νιώθω να μου φέγγουν απ’ τις όχθες τις πλαϊνές
κάτι φαναράκια· των δασκάλων μου οι σκιές.
Αν το ποίημα τελείωνε εδώ θα ήταν ένα αριστούργημα. Όμως δεν είναι. Είναι κατά τη γνώμη μου ένα ανυπέρβλητο αριστούργημα Ποιητικού Λόγου που από μόνο του θα μπορούσε να δοθεί για διδακτορική διατριβή, αφού πάλι μέσα σε τέσσερεις στίχους κλείνει ουσία υπερκόσμια που χωρίς ούτε έναν επιθετικό προσδιορισμό κάνει λόγο για έννοιες: Ζωή, Θάνατος, Κύκλος, Πόνος, Άλλος, Χρόνος, Συλλογικότητα, Ευθύνη, Αλλαγή (Μεταμέλεια) που αυτές με τη σειρά τους οδηγούν πλέον τον αναγνώστη (τον Άλλον) να επιχειρήσει εμβάθυνση στη γνώση του εαυτού του είτε αναζητώντας τις χαμένες αξίες της ζωής του είτε αναγνωρίζοντας τη μεγάλη Οφειλή προς τους πριν από αυτόν και τη μεγαλύτερη ευθύνη μετά από αυτόν:
Κλείνει τώρα ο κύκλος κι είναι ο θάνατος πολύς,
θάνατος στη μέση της ζωής
και πονώ για σένα που ήρθε η ώρα να το δεις
δόξα είν᾿ η ευθύνη της δικής μας αλλαγής.
Οι πιο πάνω γραμμές περικλείουν ένα θησαυρό φιλοσοφικού στοχασμού και δε θα μπορούσαν να μπουν στο ποίημα χωρίς εισαγωγική προετοιμασία. Εδώ ο Διονύσιος ο Θεσσαλονικεύς, με αριστοτεχνικό και χρόνια δοκιμασμένο τρόπο προετοιμάζει την αλλαγή:
Βρήκα τ’ όνειρό σου σε γραμμές πολιτικές
μα το πήγα πέρα απ’ αυτές
όπου μ’ οδηγούσε δίχως να το αντιληφθώ
η καταγωγή μου και η τέχνη που εξασκώ.
Δε θέλω να το παίξω Φιλόσοφος, ομολογεί πάλι ταπεινά, αλλά να λίγο η παιδεία μου, λίγο η καταγωγή μου και η δουλειά που κάνω, εγώ «ανεπαισθήτως» πήγα λίγο παρακάτω από αυτά που ακούω σήμερα γύρω μου και που δε με εκφράζουν.
Κανένα ποίημα δεν θα ήταν ποίημα αν δεν ήταν πριν και πάνω απ’ όλα σπουδή στο άρρητο. Και ιδού φτάσαμε. Οι τέσσερεις στίχοι φιλοσοφικού στοχασμού που διαβάσαμε πιο πάνω θα μπορούσαν να γεννήσουν άλλους στίχους όπως γέννησαν αυτό το κείμενο που δεν είναι παρά μια καταγραφή της συγκίνησης ενός ανεπαρκούς αναγνώστη. Εδώ το ποίημα πρέπει να τελειώσει. Όπως τελειώνουν όλα. Αλλά με μια προτροπή, που τη δίνει και ο τίτλος του:
Φτάσαμε στ’ ανείπωτα:
μη πετάξεις τίποτα.
Μας μεταμορφώνει μια πνοή.
Τώρα ένα παιδί αρκεί
να μας εντοπίσει εκεί,
κι όμορφος ο κόσμος, θα `ρθει πάλι να μας δει.
Και επειδή ξεκινήσαμε λέγοντας ότι Σοφός γίνεται ο άνθρωπος που ξαναθυμάται αυτά που ξέχασε απ’ όταν ήταν παιδί, ξαναγυρνάμε στο παιδί που ένα και μόνο αρκεί για να επιστρέψουμε ίσως εκεί που η ομορφιά αδυσώπητη και τρομερή καραδοκεί.