Πέτα το όπλο σου και έλα
έξω απ’ τα τείχη, έξω απ’ τα κάστρα
στα καφενεία του Επταπυργίου.
Ν’ ανέβουμε στου Τριγωνίου την πολεμίστρα
τα “με” τα “σε” ακούς; δίνουν και παίρνουν
άκου πως τραγουδάνε τα καρντάσια
ως εδώ φτάναν οι φωνές των κρατουμένων.
Στη Σαλονίκη είσαι, φίλε
η Άνω Πόλη είναι μπρος σου
λίγο πιο ‘κει το μοναστήρι των Βλατάδων
δεν είναι η μπουγάτσα που μυρίζει, φίλε
είναι θυμίαμα απ’ το Βυζάντιο φερμένο
σωστό χασίσι, σέρτικο, του θυμιατού ανάσα
λίγο ακόμη και στον Άη Δημήτρη μπαίνεις
πού να ‘ξερες τι σου ‘χουνε γραμμένο!
Καμένος – ξεκαμένος, καβαλάρης
και ίσια στην ευθεία αν κατέβεις
να σου ό άλλος καβαλάρης με το ξίφος.
Έλα, κάθισε λίγο ‘δω να ξαποστάσεις
κουράστηκες τόσα χιλιόμετρα να κάνεις.
Τι πως το λένε το καφέ; - “Ρωξάνη”.
Και σαν ένα ή δυο καφέδες πάρεις
πάμε στην Αρετσού σε μια ταβέρνα
ή μήπως στα Λαδάδικά γουστάρεις;
Μα εκεί, σε λέω, το βραδάκι θα σε πάω.
Περνούσα από ‘κει μικρός, τη μέρα δε μ’ αρέσει.
Νύχτωσε, λες. Γελάω.
Έχει νυχτώσει εδώ και ώρες
Δεν το κατάλαβες; Πού να το καταλάβεις;
Η νύχτα φέγγει πιο πολύ από τη μέρα.
Έλα, αρκεί για σήμερα, αύριο πάλι.
Πάμε για μια πατσά…
ή μήπως προτιμάς μακαρονάδα;