Η περί του αντιθέτου εικασία

ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ


Μπήκα εψές κρυφά στο δωμάτιο των αναμνήσεων.
Το αποτύπωμα τής παλάμης μου ήταν ακόμη εκεί
απ’ τον καιρό που, νέος, παιδευόμουν και παίδευα
το τοπίο να ταιριάξει με τη Λογική
με τα αργύρια στην τσέπη μου βαριά
χωρίς τη θάλασσα και με την πίστη απούσα.
Γύρισα το βιβλίο των μάγων με τα φθαρμένα εξώφυλλα
σε μια γραφή ακατάστατη αδούλευτα ποιήματα.
Πόσο δρόμο άφησα πίσω μου, είπα νοερά.
Και πόσο ακόμη θα ήθελα να κάνω άμα πρόφταινα.
Μία μικρή κουκκίδα που να ενώνει το μηδέν
με το μηδέν κι αυτό να ήτανε το ποίημα.

ΤΟ ΝΙ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

α.
Τράβηξα το παραβάν και βγήκα από τον Αύγουστο.
Η πόλη με υποδέχεται με πυρωμένη άσφαλτο και με κορίτσια σχεδόν γυμνά.
Ο Κόσμος αδιάφορος.
“Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ”, σκέφτεσαι, όσο στριμώχνεσαι στη θέση του μετρό.
Οι μπαταρίες που τάχα γέμισες, άδειασαν.
Το σκαρί σου, παλιόφιλε, πάλιωσε. Κοίταξε λίγο γύρω σου:
Απειλητικά δείχνουν τα δόντια οι νέοι που τους κλέβεις τα όνειρα.
Κατεβαίνεις να βγεις στην πλατεία με τ’ αξιοθέατα.
Ένα μπλε καθαρό σε φωτίζει και αστράφτει η Ακρόπολη.
Προσπερνάς βιαστικά ό,τι έμαθες τόσα χρόνια που ζεις…
“Όλα αυτά θα τα γράψω σε ποίημα.”, λες, “Δεν μπορεί…
Θα τ’ αφήσω ξωπίσω μου δύο ή τρία χρονάκια να με θυμούνται ακόμη”.

β.
Χάραξα τ’ όνομά μου με τη φτέρνα μου στη ρίζα ενός κυπαρισσιού.
Πόσο γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω μου Δαιμονικά και Άγγελοι!
Τι το μυαλό σκαρώνει δεν περιγράφεται.
“Είναι βέβαιο”, σκέπτομαι, “η παρένθεση έκλεισε”.
Εννοώντας τη Γη τα επόμενα χρόνια.
Τίποτε δε διδάσκει η Ιστορία. “Και ποιος διδάσκει; ”, σκέπτεσαι.
Τι έμαθες ως τώρα να θυμηθείς πασχίζεις.
Κι όσο πασχίζεις, τόσο περιστρέφεσαι
γύρω από εκείνα τα παλιά, τα παιδικά σου χρόνια.
Ναι, ήσασταν πολλά παιδιά, δε λέω.
Μα λίγοι μόνο έφυγαν.
Εσύ ήσουν ένας απ’ αυτούς και μάλιστα ο πρώτος.
Ύστερα, όταν γύρισες, βρήκες τη γη καμένη.
Άλλο τοπίο και κάπως σου φάνηκε.
Σου ‘ρθε να κλάψεις, μα χαμογέλασες.
Ειρωνικά.
Εδώ τελείωσε ο κύκλος της ζωής σου.

γ.
Κοιμήθηκα με το νι της ενοχής στα χείλη
ώσπου τα ξημερώματα
βρέθηκα να σου χαϊδεύω το κορμί.
Ύστερα σ’ άκουσα να λες λόγια ακατάληπτα.
Δε θέλησα να μάθω λεπτομέρειες και από σωφροσύνη
και επειδή η γλώσσα που μιλάς δεν είναι μεταφράσιμη.
Ωστόσο, επέμενες να μου χαρίσεις κάτι να σε θυμάμαι.
Γιατί εσύ, όπως μου λες, δε γράφεις ποιήματα
κι ούτε ελπίζεις σε κάποια φήμη μεταθανάτια.
Πήρα το δώρο σου και το κατάπια
για να με καίει μέσα μου.

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ


Στίχους σε κάποια ιδιόλεκτο ερωτική
έπλεκα για το μελλούμενο χρόνο
που σε ήχους μετέτρεπε ο άνεμος
ενώ με τύφλωνε αντικριστά ο Ήλιος.

Ίχνη του Θείου σαν σκέψεις
υπό μορφήν ιζημάτων απλώνονταν καθώς
από ένα μικρό φινιστρίνι κοιτούσα
θαρρετά την Αφροδίτη ολόγυμνη.

Εγώ, ο υβριστής τής των πάντων τάξεως
υποδεέστερος της Θείας Προσμονής
νοτισμένος πάνω στο κατάστρωμα
από τα δάκρυα τα πρώτα της Σελήνης

ενώ το νησί ξεμάκραινε στο φως
έλαμνα ως την άκρη της συνείδησης
με την αγάπη που αξιώθηκα να βρω
αθώα, αθωοτέρα, αθωοτάτη.

Έπειτα, μόνος, μη αντέχοντας 
τη μελαγχολία της θύμησης
εκεί, στου αγέρα τη σιωπηλή αγκαλιά
άλλος αλαφροΐσκιωτος μέσα στη νύχτα

γευόμουν τις τύψεις μιας ακόμη νεότητας
στων καραβιών ακροβατώντας τα ύφαλα
μια στο λευκό και μια στο πράσινο
των ματιών σου που ονόμασαν θάλασσα.

ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Δώδεκα οργιές στο βάθος της νύχτας
σωπαίνω κι απλώνω στα γύρω σιωπή
στο νου μου ελλοχεύει η Σελήνη
σαν μεθυσμένη με κοιτάζει μια στιγμή
στο τέλος της γιορτής μένουμε μόνοι.
Στα χρώματα της αξημέρωτης νύχτας
περνάς όπως περνά η λύπη
υπομένεις τη γήινή σου υπόσταση
μάγισσα γίνεσαι και προσευχή
γυμνή στον ουρανό εκστασιάζεσαι.
Αναδύεσαι υγρή στης μοναξιάς
τον κήπο ή στον κήπο
που όρισες τον έρωτά σου να φυλάς
στο πλάι του κισσού που αγαπούσες
και ν’ ανεβαίνει ήθελες συνέχεια.
Στον επερχόμενο χαμό βουτάς αλόγιστα
κάποτε για σένα θα έχουν να πουν
πως βρήκαν ψήγματα απ’ την ψυχή σου
σκόρπια στις άκρες των οριζόντων
στων ανεκπλήρωτων ερώτων τις παρυφές.

ΔΥΤΙΚΗ ΑΚΤΗ


Στη δυτική ακτή ή αλλιώς στην άκρη
που ο Ήλιος κρύβει το αμόνι του
όλη τη μέρα σφυροκοπούν οι ώρες
κι ο χρόνος υποτάσσει το δραπέτη.

Ούτε τη νύχτα να τον προστατεύει έχει
ούτε την ευωδιά τη μακρινή της ροζμαρίνας
ίσως, γι' αυτό, το μόνο που του μένει είναι
αυτή η διαρκής περιστροφή του κόσμου.

Και η στιγμή, που ως συνωμοσία των Άστρων
φλέγεται και στον ουρανό αφήνει
την κόκκινη γραμμή που η ματαιότης
σβήνει από το μαυροπίνακα της Ιστορίας

και των εφήμερων, επανερχόμενων, ερώτων
που πάλλονται και παγιδεύουνε τη μνήμη
με μια τομή εγκάρσια σε παραλλήλους
που στα νερά χαράζουν τα δελφίνια.

ΑΣΤΡΩΝ ΘΕΑΣΗ

α.
Μια εκδρομή στα βόρεια αρκεί
να μάθω πώς ζευγαρώνουνε τα περιστέρια
πώς η θάλασσα αγριεύει, όταν δεν την κοιτά κανείς.
Να δω στα σύννεφα, άροτρα να οργώνουν
μοναχικούς στις στάσεις περιμένοντας
ένα άδειο βλέμμα
μέσα στην υγρή σιωπή.

β.
Ύστερα, στην επιστροφή
χάθηκα μέσα στα γράμματα που δεν έστειλα ποτέ
ο δρόμος έδειχνε το ίδιο σημείο
μόνον ο ήλιος χάραζε μοίρες αόρατες.
Ο βασιλικός, στην ήσυχη γωνιά του, συγκατάνευε.

γ.
Ολοκαίνουργια η μέρα. Κατακόρυφη.
Για να σου εξηγεί το Σύμπαν ολόκληρο.
Υψώνω το βλέμμα στο στερέωμα
μ’ ένα κουπί λάμνω στις πεποιθήσεις μου.
Κάτι αιώνιο πλανάται στον ορίζοντα.
Κάνω μια να το πιάσω
και ματαιώνεται.

δ.
Ούτε μια στάλα. Ούτε μια!
στον απέραντο μέσα τον ωκεανό
ανάμνησης. Στον χρόνο τον αδυσώπητο
για ένα λόγο να πνιγώ που θα ‘πρεπε
με τον ουρανό να υποτροπιάσω
στη σιωπή των άστρων να χαθώ.
Πάλι καλά, λέω, που η Ποίηση
στ’ αλήθεια λάμπει μέσα στο ψέμα της.

ΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ


Διαβάζοντας νυχτερινά ποιήματα
ακούμπησα τα λόγια σου ξανά
όσα έγραφες στα περιθώρια
τις λέξεις που υπογράμμιζες
το άγγιγμα από τα δάχτυλά σου
τη θύμηση
από το άρωμα που αγαπούσες.
Μία - μία γύριζα τις σελίδες
και σ’ έβρισκα μέσα τους
πότε να μού χαμογελάς
πότε να μού δακρύζεις
πλέκοντας του μυστηρίου το πέπλο
αυτό που κάποτε μετά
θα λέγαμε αγάπη.

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Βυθιζόμασταν αργά στον κήπο του Έρωτα
σε μια μακρινή αγκαλιά
διαβάζαμε για την απώλεια του δειλινού
απαρηγόρητοι
που τόσο τα φιλιά
τόσο ο άνεμος τα σκόρπισε
κι έγιναν ποιήματα.

Μια εγώ, μια εσύ
σαν σταλαγμίτης που αγγίζει σταλακτίτη
όλο και πλησιάζουμε τα σώματά της
κι όλο γλυκαίνουμε τη νύχτα που
αμείλικτη κι εγκαταλελειμμένη
τυραννικά εισέρχεται στο νου
παρθένα ξανά και ξανά
στον ορυμαγδό των άστρων.

Η ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ΕΙΚΑΣΙΑ


Ξέμεινα μόνος να κοιτώ
το χρώμα που μού άφησε το φως
του δειλινού σαν σε ξωκλήσι
στην άκρη της πολιτείας
μα ίσως, στης γης την άκρη
γιατί μιαν αγιοσύνη μυστικά
ο τόπος αναδίδει.
Ακατέργαστος μέσα μου ο Ιούλιος
όλος με την κατάνυξη της νύχτας
μύχιος και ονειροπόλος
ξέπνοος σαν παλικάρι που η καλή του
χάθηκε στην ακροθαλασσιά ξελογιασμένη
ίσως απ’ τον Ερμή από τον Άρη ίσως
σε μια τροχιά που απ’ την αρχή του Κόσμου
την εικασία την περί του αντιθέτου
τεκμαίρει και στοιχειοθετεί αδιαλείπτως
ως τρόπαιο ύστερα από μάχη
ή λάβαρο την ώρα που στρατοί
ξεχύνονται στον κάμπο  υπνωτισμένοι
γιατί το ήθελε η Ιστορία από ανάγκη
και η ανάγκη έγινε διαταγή.
Σε ό,τι έμεινε από την παραζάλη
ήρθε της λήθης να σκεπάσει το σεντόνι
σκόνη των ερειπίων απλωμένη.
Τι σημασία να ‘χουν πια τα λόγια
των ανθρώπων. Αφού οι θάλασσες
είναι οι ίδιες πάντα. Αυτές θυμούνται
σ’ αυτές τα όνειρα ανήκουν.

ΥΠΟΨΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Χωρίς τον άνεμο των λόγων
μόνο απ’ τις ψυχής σου τις αισθήσεις
κατά το ήμισυ χαμένη στη νύχτα
κατά το ήμισυ στου ύπνου την άκρη
των αστεριών ηδονική και των δακρύων
άυλη σαν ιδέα και ονειρική
σαν της Αλήθειας την ψευδαίσθηση
τέμνεις και διασπάς τη Λογική.
Σ’ έβλεπα στης μοναξιάς σου τα χαλάσματα
να γράφεις ποιήματα, ημερολόγια
ν’ ανοίγεις κουβέντα με τα νυχτοπούλια
και με τα έρημα της μέρας να πορεύεσαι
γιατί όσο ζεις ο θάνατος δεν έχει θέση
παρά ως σκέψη, ως υπόθεση
που παραβλέπεις και ακροβατείς
από την άκρη του γκρεμού, έως την άκρα μέση.
Τρωαδίτισσα εσύ και ματωμένη
τόσα ξενύχτια, πόλεμο και ηδονές
ψυχή δονούμενη, καρτερική
δοσμένη στη σπουδή του τέλους, στην ουσία
που μόνο εσύ θα ήξερες
το σχήμα να της δώσεις και τη μορφή
της νύχτας της, μηδενική να μοιάζει
και της αυγής, που έρχεται, η υποψία.

ΑΝΟΙΞΗ


Δεν είναι επειδή αναρριχάται ο πόθος
κισσός της λύπης στο ατάραχο κενό
κι ούτε που πήρανε οι πασχαλιές να φέρνουν
στο δειλινό έναν αγέρα π’ αρρωσταίνει
τόσο που φέρνει του θανάτου φοβερό
που μέσα σου βρυχάται το αγρίμι.
Της θάλασσας πουλί και νυχτοπούλι
και της στεριάς, της πέτρας νοητή γραμμή
ίσια απ’ την ψυχή μέχρι των οριζόντων
αιμάτινη που ο Θεός κινεί
σαν θεωρία μυστική που πρέπει
να επινοηθεί και στην αιωνιότητα να μείνει.
Είπες μια μέρα που καιγόσουν απ’ τον πυρετό
σ’ έναν ερειπιώνα, είπες, ζούμε
ερείπια ναών, ερείπια λέξεων, ερείπια ψυχών
χορταριασμένα μάρμαρα εκτεθειμένα
γυμνά στα μάτια των περαστικών
αστράφτουν σαν του αθώου τη συνείδηση.
Ωστόσο, να, είναι κι αυτό :
Μισοτελειωμένη Άνοιξη δεν εννοείται
πριν φύγεις ήθελα να σου το πω
καίνε τα λόγια σου στης μνήμης το βυθό
εντέλει, άραγε, ποιος ωφελείται
ποιον ευνοεί το ξεχασμένο μυστικό;

ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Κοριτσάκι, με θράσος νεόκοπης θεότητας
ήρθε μπροστά μου σ' έναν αναπάντεχο ενικό
στη ζώνη τη διακεκαυμένη της θύμησης
όλη ξεχύθηκε με σφρίγος η Άνοιξη.

Ο βέβηλος αιωρούμουν σε πέτρες αλάξευτες
και στο ανήλιαγο μέρος της σκέψης
έπλαθα όνειρα δεμένα στους τένοντες
των άκρων μου, μη δραπετεύσουν.

Αλλά, η θάλασσα ήρθε με την αλμύρα της
μόλις που μπήκε ο Ιούλιος
χωρίς πρόσχημα και κυρίως
χωρίς ούτε μια σταγόνα υπόσχεση.

Πεισματικά, εν καιροίς και ανέμοις
έλυσε τα δεσμά της Ιστορίας
και παραβίασε την πόρτα που ερμητικά
με κρατούσε έξω απ' την αιωνιότητα.

Η ΑΙΩΡΑ

α.
Κίνησα ( και δεν είχε μπει για τα καλά η Άνοιξη )
για τα χωράφια που πάντα πράσινα θυμόμουν και
την πατρίδα με τη μέσα θάλασσα.

Όχι χωρίς βιασύνη, που δεν έμαθα να λογαριάζω τα μελλούμενα
έπεισα τον εαυτό μου να φυλλομετρά τις σελίδες του βιβλίου αυτού
με τις ευωδιές απ' το κηπάκι ανεβαίνοντας ν' ακούσω κάποτε

της δυστυχίας τ' απάνω χείλι το τρεμάμενο
που με τα χέρια η δύσμοιρη ιτιά πασχίζει να φιμώσει  το αναπότρεπτο
τού φεγγαριού που έμοιαζε στης Παναγιάς το δάκρυ

στην άκρη όπου συνωστίζονταν παιδιά
εκεί που φαίνεται πως άλλοτε κυλούσε το νερό
και σίγουρα ήμουν κι εγώ ένα από εκείνα.

Δίχως να ήξερα ( και μήπως ξέρω τώρα άραγε; )
πόσο οι νόμοι είναι αμετάβλητοι και της ψυχής
σκληροί όσο η μοναξιά

που θέλει να 'χεις λερωθεί απ’ το μελάνι
γράφοντας και ξεγράφοντας χαρτιά και πάλι
αγράμματος να λογαριάζεσαι με τους κανόνες τους πολύπλοκους

μιας γλώσσας που τόσα χρόνια μόχθησες να μάθεις άλλαξε
κι έγινε ποίημα αμετάφραστο σκορπίζοντας ολόγυρα
στον κόσμο, σαν το φως.

β.
Δεσπόζει ο ροδόκηπος καταμεσής στη μνήμη
με ή χωρίς τη βοήθεια του έρωτα.
Δε χρειάζεται καν το δείλι ούτε οι ατμοί από τη θάλπη της αυγής.
Έτσι κι αλλιώς η ψυχή
διαγράφει τέλειο κύκλο στον κόσμο της.
Ίσως ακόμη κι επειδή τα τριαντάφυλλα
με τέτοιον τρόπο διαλέγονται που να εκφράζουν το ανέκφραστο.
Γι’ αυτό, όσο κι αν ζήσουν, όσο κι αν φύγουν οι άνθρωποι
ένα ροδόκηπο σαν το δικό μου – ή κάποιον παρόμοιο –
θα έχουν να τους συντροφεύει.
Και κάποιον έρωτα. Και όποιος λέει το αντίθετο
του μέλλεται αργά ή γρήγορα να μετανιώσει
συγχώρεση ζητώντας που το δάχτυλό του
ούτε μια φορά δε μάτωσε
ή που δε χάθηκε μες στου ροδόκηπου
τα μυστικά.

γ.
Ζαλάδα από ύπνο μεσημεριανό χωρίς όνειρα
που όμως γρήγορα ξύπνησες.
Στη μέση του Καλοκαιριού βρισκόσουν, λέει
αλλά στης ζωής τ’ απομεσήμερο. Οπότε
έπαψες γύρω να κοιτάζεις πια, μα πίσω.
Πίσω σου να κοιτάς και να μη βλέπεις τίποτα.
Ο καφές  έτοιμος από τα χέρια τα ευγενικά, σού καίει τα χείλη
 τόσο που η καρδιά δροσίζεται
και που στο μάτι αρχίζει να σκάει
η χαραμάδα του χαμόγελου.
Πιο ‘κει σελιδοδείκτες ανάμεσα στα ποιήματα.
Μέσα τους σ’ έκλειναν και παραπέρα
η κουρτίνα, μια μέσα μια έξω
απ’ του ανέμου το έφηβο σκίρτημα.
Γύρεψες να γυρίσεις είπες.
Όλο γυρίζεις στης πατρίδας σου τη γη.
Κι όλο στον ίδιο αγέρα που σε κυνηγά μιλάς.
Μιλάτε. Να σου μιλά την αλφάβητο της ματαιότητας
και να του απαντάς σε κάτι παραφθαρμένα Ελληνικά.
Κομμάτια πράσινης γης αντικριστά στον ουρανό.
Καμιά αίσθηση του αιώνιου. Μόνο του τώρα.
Την ώρα που ακινητεί το παν και λες ο θάνατος
παιδάκι κουρεμένο σύρριζα
κρέμεται απ’ του χρόνου την αιώρα.

δ.
Κατεβασιές νερών ερχόντουσαν
και λόγια αναπάντεχα που είχαν κάποτε
ειπωθεί μα όμως σήμερα ξεχάστηκαν
ή κρύφτηκαν σαν εκκλησάκι που
το σκέπασαν κτήρια ψηλά σαν εργοστάσια.
Από τα έγκατα της ερημιάς σιτοβολώνες
δίνουν τις υποσχέσεις κι ύστερα χάνονται
άλλα στ’ ουρανού κάποιο “επέπρωτο”
κι άλλα ανάμεσα σε ανεμώνες που σημάδευαν
στον κάμπο ό,τι πορφυρίζει κι ολοφύρεται.
Για να θαυμάζει το μάτι και να γλυκαίνει ο νους
στο σύντομο τούτο ταξίδι με τα σημαδάκια
που γίνηκαν γράμματα κι ύστερα λέξεις γίνηκαν
ταιριαστές να δένουν σαν καράβια
με κάτι ονόματα: Φευγιό, καημός, κομμάτια
στων χειλικών τα  χείλη τα υγρά
και στων ουρανικών τα γαλανά τ’ απέραντα
συμπυκνωμένα σ’ ένα πράσινο λυπητερό
πληγές θαρρείς που επουλώθηκαν και τώρα
η σιωπή στρώνει χαλί  για να διαβεί ο έσπερος
πιο πάνω από τη θάλασσα που
τής εμέλλετο  να κινήσει αυτή τον άνεμο και όχι
ο άνεμος τα κύματα να σήκωνε
υποταγμένη θα προσμένει η απέραντη
με το μισό της πρόσωπο κρυφό.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Ο δρόμος μου σχηματίζει έλλειψη και σταθερά
από τα πάνω στα κάτω άκρα και αντίστροφα
κάτι σαν από ημιτελή θωπεία ή αγιονόρους ευωδιά
λάμπει πλεούμενο σωστό στης επιθυμίας τα πέλαγα.
Αγκιστρωμένος ανάμεσα στο σίγμα και στο ρω
αργοχαράζω την αυγή μου και το άστρο μου
το ζωγραφίζω εκεί που πρόκειται στον ουρανό
να σκέπει όλη μου τη σκέψη και το διάβα μου.
Ταλαίπωρος Χειμώνας κι Άνοιξη λειψή
στην πάντοτε σωστή στιγμή που μόνη της
όταν συγκλίνουν ο καημός κι η προσευχή
όταν η μάνα κλαίει για την κόρη της.
Ας είναι, λέω, και το δρόμο μου τραβώ
πέρασα κι είδα, γεύτηκα απ’ όλα λίγο
ένα σκαλί πιο πάνω κι αντικριστά στο Θάνατο
“έχω το δίκιο δικό μου”, σαν έρθει η ώρα θα του πω.

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

α.
Ένα κορμί γυναικείο που στρέφεται δελφίνι στον αφρό.
Όχι μονάχο, μα γυμνό, στο φως, όταν η νύχτα αγγίζει με την άκρη
μιαν αφηρημένη έννοια
και που δεν ψεύδεται κανείς, παρά μονάχα ίσως τα φιλιά
και κάτι όνειρα πτερόεντα.
Ίσως απ’ το συσσωρευμένο που από τα πεύκα ρετσίνι τυπώθηκε
αναγραμματισμένο το ανείπωτο
κι άστραψε, δικαιωματικά, σε μια θάλασσα που είναι και η μόνη αλήθεια…
Κάπως έτσι, με λόγια παρηγορητικά, πόντισα μιαν αρμαθιά λέξεις
μ’ όλα τους τα συνώνυμα και περίμενα να δω τι θα μου φέρουν.
Κι όλο περίμενα και θα περίμενα ακόμη, ο στεριανός, αν το κορίτσι δεν ερχόταν
να μου χαρίσει ένα κοχύλι και μιαν αχτίνα από το φως
όπως εκείνο από τα μεσημέρια μου.

β.
Άπλωσε τα χέρια σου ν’ αφουγκραστείς απ’ την ψυχή σου τον αντίλαλο
και της ζωής το δώρο να συλλάβεις.
Απερίσπαστος να μελετάς  το νόημα των αστεριών, ιδίως όταν η μοναξιά
κατεβαίνει χαμηλά σαν την ομίχλη
και μερικές φορές η θάλασσα τραβιέται από μόνη της σαν την ποδιά των γυναικών
και φανερώνει
χαραγματιές που άφησαν ραμφίσματα πουλιών στα ύφαλα των πλοίων
και τις πατημασιές που άλλοτε, παιδιά, προσήγαγαν στο Απρόσιτο.

Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ


Μεσημέρι ολόφωτο, τυραννικό
στην πατρίδα ακονίζει την υπομονή του
διαθλάται ο πόνος στ' ακρότατα
της νύχτας που σιωπά πάνω απ' τη θάλασσα.

Στο άγραφο χαρτί, έγραψες "αιωνιότητα"
αδέξια περνώντας από τ' αδιέξοδα
κατάλαβες το μάταιο της προσμονής
καθώς κοιτάζεις από το ύψωμα την πεδιάδα

με τους στρατιώτες σε πορεία και στη σκέψη σου
λαχτάρησες λίγο αεράκι ανάλαφρο
απ' της Ιστορίας τη μεριά. Έτσι κι αλλιώς
το φως αδιάφορο καταυγάζει την ύπαρξη

μέσα σ' αυτό το Καλοκαίρι που έκρυψες
εύρημα απ' της ψυχής σου τον λαβύρινθο
που επινόησες τη λύση που ήθελες
αναπαυμένη ν' αφήσεις στη μνήμη σου.

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ


Δοκίμια έγραφα για την Αθανασία
κι από βιβλία μελετούσα κι έσχιζα
σελίδες ολόκληρες που είχαν ξεχαστεί
ανάμεσά τους με ποιήματα, και
δίχως να δώσω εξήγηση καμία
τον Αύγουστο σκεπτόμουν, μα πάλι αμφέβαλα.

Ίσως τον Αύγουστο, έλεγα, μα πάλι
κάτι μέσα μου ανέτρεπε, βαθιά
το ισόποσο της ηδονής με την ιδέα
του αποτρόπαιου που
από μιαν άκρη της ψυχής ξεκίνησε, αλλά
λοξά το έσυρε της Λογικής το κύμα.

Ετερόδοξος εν μέσω φανατικών
Έλλην, εθισμένος στο Κάλλος
πλην ηττημένος, ξέπνοος
με το νόμισμα - κόμιστρο στα δόντια
και με κατεύθυνση στο αδιέξοδο
όπως αυτό εδώ το ποίημα

οδεύω ψηλαφώντας στην απώλεια
αθωωμένος από τις ενοχές
κι ένοχος μέσα στην αθωότητά μου
με  την πικράδα που μού άφησε
η αίσθηση μόλις αντίκρισα με μιας
τη ματαιότητα μες στο χαμόγελό σου.

ΔΗΛΩΣΗ


Γράφω σημαίνει…
κατοικώ την χώρα των εραστών του σήμερα, των αδιάφορων του αύριο, των επιλησμόνων τού χθες

όπερ εστί…
μεταλαμβάνω των αχράντων μυστηρίων του αρρήτου εν πλήρη γνώσει της ματαιότητος του σκέπτεσθαι και του πράττειν

και συνεπώς νοώ,
τουτέστιν περιφρονώ, κάθε κανόνα επιβεβλημένο και προσχωρώ στις ερημιές τις ξέπνοες που εμπρός μου ξανοίγονται διψασμένες και κάθιδρες στων αστεριών τις νύχτες.

Γράφω σημαίνει…
ψυχανεμίζομαι το αόρατο που παλινδρομεί και περιοδικά έρχεται, φεύγει και πάλιν έρχεται ωσάν κομήτης, ως παρουσία, θαβώρεια λάμψη και κρότος υπερουράνιος, θρυλικό συναπάντημα και υποταγή του όλου στο μέρος, του μέρους στην ψυχή και της ψυχής στο σύμπαν αλλά και αντιστρόφως μέχρι της άκρας εξαντλήσεως της Λογικής

και για το λόγο αυτό…
παραληρώ έμπροσθεν σου, γονυπετής, ανοίγω τα στήθη μου, σχίζω τα σπλάχνα μου και καταθέτω στα πόδια σου το ανεξερεύνητο τίποτε των ουρανών, των ουρανών που μου έδωσαν και που τώρα εγώ πίσω σού επιστρέφω

έχοντας ήδη γκρεμίσει τους δοθέντες θεούς την ώρα που αναζητώ καινούργιους
ενώ ελπίζω ακόμη πως οι θεωρίες όλες δεν είναι παρά ατυχείς υποθέσεις

απλώνω το χέρι, για να δώσω τη σκυτάλη, έχοντας κιόλας κατεβεί τουλάχιστον ένα σκαλί στο υπόγειο της ψυχής μου.