Η μείζων εκδοχή
Στ’ όνειρο τού μεσημεριού άκουσε να δονείται
η δίεση της ηδονής, να τρέμει η κουμαριά
κι ένας σιρόκος σιωπηλός από του κόλπου σου τη μια
έως την άλλη όχθη να αιωρείται.
Κοιμήσου συ, μα μοναχά μισάνοιχτα τα χείλη
άφηνε και τις μέλισσες να ‘ρχονται να τρυγούν
προσκυνητές αρχάγγελοι απ’ την Ωραία Πύλη
των μυστικών του έρωτα που θέλουν να διαβούν.
Ν’ αγγίζεις με τη φτέρνα σου της θάλασσας την άκρη
να σβήνεις την Πανσέληνο με μια κρυφή ματιά
ωραία ως τ’ ακρότατα του Γαλαξία τα μάκρη
μοιραία σαν την ξέφρενη των ηφαιστείων φωτιά.
Αμετανόητος εγώ στη μείζονα εκδοχή
να σε κρατάω μακριά απ’ τη Λογική πασχίζω
στον Έρωτα σου μοναχά δηλώνω υποταγή
όταν ξυπνήσεις να με βρεις στο νου σου ν’ αρμενίζω.
Χαμένη αγάπη
Σ' αγάπησα τόσο που ακόμη σε βλέπω
πλάι μου να μου κρατάς το χέρι, να διαβάζεις
τη σκέψη μου, να μου υπαγορεύεις τα λόγια μου.
Μνήμες σχηματοποιημένες σε φθόγγους ερωτικούς
ανασυρμένους από τις παρελθούσες Σελήνες
σκόρπιζα σε ουρανούς διάφανους.
Κι ένα κορμί ,το δικό σου, που το δικό μου
άγγιζε κι αφουγκραζόταν το άγνωστο
στους σκοτεινούς δαιδάλους της ευτυχίας αγκιστρωμένο.
Κάποτε σε γύρεψα μέσα μου
στις μύχιες σκέψεις μου, στις παρυφές της Λογικής
και στου ερέβους τον κατήφορο σε αναζήτησα.
Ύστερα πάλι στους ουρανούς
ρώτησα τους Αγγέλους και στις επτά τις θάλασσες
ρώτησα τις γοργόνες κι απόκριση δεν πήρα.
Γιατί θα έπρεπε να γνωρίζω - οδοιπόρος του χρόνου
πως αν δε διαβείς το Θάνατο, Έρωτα δε θα βρεις
και τη χαμένη αγάπη σου δε θα τη συναντήσεις.
Μυστικό σημάδι
Άξαφνα θυμήθηκα το Καλοκαίρι.
Είχε πεθάνει προ πολλού
αλλά το φως
στο πρόσωπό του έτρεμε ακόμη.
Με λίγη από τη θάλασσα για προσκεφάλι
στο σώμα ένα αλήτικο φιλί
που πήρε από το Βοριά η Σελήνη
και στα μαλλιά του έρωτες μικροί.
Μεθυστικό, φευγάτο Καλοκαίρι !
Ποιος άνεμος σε πήρε, ποιος καιρός;
Εσύ που αναστάτωνες τ' αστέρια
πόσο σε πλήγωσε το μαραμένο φως!
Χάθηκε η φωνή μου στο σκοτάδι
πάγωσε στη σιωπή της μοναξιάς
μα ξέρω πως θα στείλει κάποιο βράδυ
σημάδι μυστικό μιας αγκαλιάς.
Κορίτσι
Κορίτσι που εμπνέεις έρωτα
ποιο άστρο δεν θα έσβηνε μπροστά σου
εσύ να λάμπεις μοναχά;
Ποια θάλασσα
δεν θα τραβιότανε στο πέρασμά σου
να χάσει τα κοχύλια της
για χάρη της πατημασιάς σου;
Συ, που εμπνέεις έρωτα
δες πώς φυλλορροεί το Καλοκαίρι
πώς τρέμει ανάμεσα στα σύννεφα
την ώρα που ορίζεις κι έρχεσαι
κοίτα πώς λύγισε του ήλιου το μαχαίρι.
Ονειρική.
Κοντά στα μέρη του κενού
η νύχτα περισσότερο βαθαίνει.
Άσβηστο μένει
το χνάρι σου στους μαίανδρους το νου.
Ποιήματα
Είναι φορές που τα ποιήματα
κρύβονται σαν καράβια
στα μεσοπέλαγα του νου
στα στρογγυλά της μνήμης ακρογιάλια
στης φαντασίας τ' αξημέρωτα νερά
και στις ανάσες μισοτελειωμένων στεναγμών
όπως το "μα", το "συ", το "ρω", το "τα"
είναι φορές που, λέω, στα ποιήματα
μοσχοβολούν των κοριτσιών τα πιο κρυφά
τα πιο ωραία των ερώτων τα μυστήρια.
Είναι φορές που κάτι όνειρα
λεπτά και μπλε σαν υφαντά
κρατούν αόρατη κλωστή και όλο
τον ουρανό ξανά ζητούν
τα μυστικά του Παραδείσου φανερώνουν.
Έτσι ξανά το μωβ, το θαλασσί
στη γειτονιά που κατοικούν τα όνειρα
με τον αέρα που λοξοκοιτά
όσο νυχτώνει από τη μια
τόσο ηχεί η σιωπή της θάλασσας
μέχρι τα γόνατα των πόθων σου και ύστερα
όλα εντός σου γίνονται λευκά
ξανθό κορίτσι που κρατώ το χέρι σου
δείξε μου τ’ άπατα νερά
πάρε με στ’ ακρογιάλια σου τ’ ακύμαντα.
Η αγάπη μου
Χαμηλά πετά η αγάπη μου
στο γαλάζιο στερέωμα
την κοιτώ που λικνίζεται
μια κοντά μου, μια ξέμακρη
τα φτερά της αόρατα.
Το βρεγμένο φουστάνι της
προεκτείνει στο άπειρο
μια στιγμή που ακίνητη
ακυρώνει το θάνατο.
Στην ανάσα του έρωτα
νοερά πυρακτώνεται
διεισδύει και σύγκορμη
μες στον ύπνο της φλέγεται.
Στης Σελήνης το όνειρο
με το δάκρυ στο μάγουλο
μοναχή με τις θύμησες
στου καιρού τα ερείπια
με κεντρίζει και χάνεται.
Ζωή που έφυγε
Απ’ του Ελλήσποντου τα ήρεμα νερά
μέχρι του Νείλου τους νυχτερινούς μπαξέδες
ριγούν τα χείλη ξεχειλίζει η καρδιά
μεθυστικά τα γιασεμιά κι οι μενεξέδες
το νου μαγεύαν. Τα καράβια στα ρηχά
που δεν ευτύχισαν να τα χαϊδέψει ο μαΐστρος
στρέφουν τα κοίλα στης Σελήνης τη ματιά
στα ύφαλά τους αργοχάνεται ο οίστρος.
Οι λίμνες μείναν δίχως δειλινά
οι θάλασσες χωρίς ξενιτεμένους
μείναν χωρίς απάγγειο τα πουλιά
και η βροχή χωρίς ερωτευμένους.
Σιωπή υπόκωφη της μοίρας που περνά
στων ερειπίων τα ασάλευτα νυχτέρια
ζωή που έφυγε γυρεύει στα στερνά
τα αναπάντητα "γιατί" από τ' αστέρια.
Νοσταλγία
Μύρο χυμένο από τις πασχαλιές
ανάμεσα σ’ Άγιο Δημήτρη και Παναγία Δέξια
λησμονημένη θάλασσα στις αγκαλιές
πόσο τα λόγια μου ακούγονται αδέξια
σ’ αυτό που όταν πέρασε από πάνω ο Καιρός
όνειρο είπαμε και δέσαμε στα ξάρτια
σφικτά γιατί ο άνεμος ήταν σκληρός
για μας τους άμαθους στα ξένα μονοπάτια.
Ύστερα ήρθαν τα κορίτσια και το μυστικό
φορέσανε στ’ ατίθασά τους χείλη
μισό από τού Φεγγαριού το μερτικό
τ’ άλλο μισό από το σκόρπισμα τ’ Απρίλη.
Να 'ναι στ’ αλήθεια ψέματα αυτό;
Νομίζω ναι, τι τάχα θα 'ταν άλλο
παρά το ξεχασμένο τ’ αναφιλητό
στων αστεριών το αναπάντητο σινιάλο.
Χρόνος
Ο μίσχος έγερνε σαν την υπομονή
στης μαραμένης Κυριακής εικονοστάσι
στέκεις παράμερα σε χρόνων προσμονή
αυτό το τρένο πότε τάχα θα περάσει;
Σε μια γραμμή που δεν υπάρχει πια
με σκουριασμένες ράγες στις τσουκνίδες
δεν είναι μόνο η δική σου μοναξιά
είναι κι αυτών που 'φύγαν και δεν είδες
τ' αγκάθι που άλλος κρύβει στην καρδιά
στα στήθη την πληγή τη ματωμένη
το σιωπηλό καημό από παλιά
τ' απελπισμένα μάτια να προσμένει
στου πιο πικρού συλλογισμού που τυραννά
τα παγωμένα βλέφαρα της σκέψης.
Ο χρόνος φεύγει, κι άλλο πίσω δε γυρνά
δεν έχει τρένο στη γραμμή να επιστρέψεις.
Περίπλους
Βαραίνει, όσο πάει, το σκοτάδι
στις στενωπούς της πόλης το καμίνι
μαγεία, είπες, με απόκρυφο σημάδι
με θυμιατά και με φωνές του Μουεζίνη.
Τουρκία, Ελλάδα, Σαρδηνία, Ισπανία
φουντώνουν οι καπνοί απ' το χασίσι
ουτ' ένα ψίχουλο απ' την Αθανασία
δεν θα βρεθεί κανείς να σου χαρίσει.
Λιβύη, Αίγυπτος, Μαρόκο, Τυνησία
το τραίνο ολοένα πλησιάζει
αλλάζει χρώμα στα βουνά η φαντασία
ενώ η θύμηση της ευτυχίας σε τρομάζει.
Ιορδανία, Κύπρος, Λίβανος, Συρία
γερνάμε, έλεγες, μα κοίτα πώς κοιμούνται
σαν θεατές σε ακατάληπτη ταινία
όσοι το θάνατο πριν τη ζωή θυμούνται.
Απουσία
Κάθε φορά που σβήνεται το δείλι
μένει απόμαχο στης θύμησης τη χάση
το μέσα μέρος της ψυχής, όμοιο καντήλι
δρομάκι έτοιμο στο όνειρο να φτάσει.
Στενό, χωμάτινο, παλιό, της θύμησης δρομάκι
να στέκει εκεί και καταγής να κυματίζει
στις άκρες ταπεινό χαμομηλάκι
που το θυμάσαι να το βλέπεις να δακρύζει
σ’ ένα αεράκι ανεπαίσθητο σα χάδι
όπως εκείνο που εκεί στα ίδια μέρη
μου είχες δώσει καθώς έπεφτε το βράδυ
αργά σαλεύοντας στο πρόσωπο το χέρι.
Έτσι κι απόψε η μορφή σου στο σκοτάδι
μόνο η μνήμη της στο νου μου απομένει
εγώ δεμένος στης ψυχής το πρώτο χάδι
κι εσύ μακριά στην απουσία σου δεμένη.
Άνεμος
Δεν έχεις άλλο εξουσία, άνεμε
στο ήσυχο της μνήμης ακρογιάλι.
Ούτε κι εσείς φωτιές που βάλαμε
κάποτε στης ζωής την παραζάλη.
Δεν έχετε να πείτε άλλο τίποτα
τώρα που πήρε πια την κατηφόρα
κι αν απ’ τα λόγια πιο πολλά μείναν ανείπωτα
του δειλινού πια σήμανεν η ώρα.
Τώρα τ’ αστέρια πια έχουν το πρόσταγμα
και μια χλομή Σελήνη που ικετεύει
να πιεί απ’ των ερώτων το απόσταγμα
να ξενυχτήσει μια καρδιά που αλητεύει.
Σώπασε κι άλλο μη σφυρίζεις, άνεμε!
Τα κύματα, νομίζω, δε σ’ ακούνε.
Μόνο, αν θέλεις, να θυμάμαι κάνε με
της νιότης τα όνειρα προτού κι αυτά χαθούνε.
Ταξίδι
Είναι απόψε όλα γύρω σιωπηλά
τόσο π’ ακούγεται το διάβα των αιώνων
να κι η Σελήνη ξεκινάει χαμηλά
στην απαλή πλευρά των ελαιώνων
το υφαντό της νύχτας να κεντά
με ασημένια και θαρρείς χρυσά αστέρια
πόσο η ψυχή μου στην ψυχή σου είναι κοντά
στα αυγουστιάτικα του έρωτα νυχτέρια.
Σαν προσευχή που ανεβαίνει στο Θεό
από των περιφρονημένων την οδύνη
σιμώνει η γη θαρρείς τον ουρανό
στης νύχτας την απόκοσμη γαλήνη.
Ένα ταξίδι η ζωή μας και περνά
όπως το σύντομο του ουρανού αστέρι
που πέφτει ξάφνου κι άλλο πίσω δε γυρνά
φεύγει και χάνεται στο απαλό αγέρι.
Αμυγδαλιά
Απλώθηκε το πέπλο της σε όλη την αυλή
με περηφάνια σιωπηλή, αυτή που πάντα πρώτη
μέσα στη βαρυχειμωνιά, στην παγωμένη γη
ήρθε να φέρει ζεστασιά, θαρρείς η πρώτη νιότη
τότε, λευκή και άμαθη που δίχως μυστικά
σ' όλης της γης απλώνονταν τα μήκη και τα πλάτη
τρομακτική στα μάτια μας, εφήμερη ομορφιά
που δίχως ενοχή καμιά καλούσε το διαβάτη.
Στ' αντίκρισμά σου κύλισε αργά το δειλινό
που ως τα πριν μού έσφιγγε με παγωμένο χέρι
το βλέμμα έστρεψα ξανά ψηλά στον ουρανό
θερμό να πω ευχαριστώ στο τυχερό μου αστέρι
που με αξίωσε να δω την ταπεινή ξανά
και προσπερνούσα δίχως νου μ' αδιάφορο το βλέμμα
τροπαιοφόρα τ' ουρανού που η Φύση τη γεννά
ν' αστράψει η σκέψη στο μυαλό και στην καρδιά το αίμα.
Μάνα
Κοιμήθηκες του κάμπου ‘συ μονάχη θυγατέρα
τώρα τα όνειρά σου πια δε θα ‘χουν τελειωμό
μόν’ ένα μοσχοβολητό θ’ ανάβει στον αγέρα
το γαλανό του το βαθύ από τον ερχομό
στο πάλλευκο των σύννεφων ντύμα που την καρδιά σου
στόλιζε με ουράνιο φως που του μεσημεριού
έσκιαζε η αγιότη σου, η καθαρή ματιά σου
στο θέρος το αδυσώπητο σαν λάμψη δρεπανιού.
Κοιμήσου τώρα στη σιωπή κι αν είσαι μακριά μας
εμείς μαζί θα πάρουμε το ίδιο το στενό
το παγωμένο δειλινό που θα χαθεί η ματιά μας
στης μνήμης το απόκοσμο το πρώτο πρωινό
που είδαμε της γης το φως σε τούτη ‘δω την άκρη
μάθαμε απ’ το γέλιο σου το γέλιο τ’ ουρανού
στείλε μας τώρα μιαν ευχή, το ύστερό σου δάκρυ
οδήγησέ μας την ψυχή και φώτισε το νου.