Η γοητεία της μοναξιάς (Συλλογή)

Ανθος της μοναξιάς...
Πως τάχα μ' ένα δάκρυ,
ομορφαίνεις τόσο;

Ακούς τη σταγόνα που μέσα σου στάζει;
Είναι η ψυχή μου που κλαίει,
ο πόνος που χύνεται
στη θάλασσα των λογισμών σου.

Βλέπεις τα σήματα που στέλνει τ’ αστέρι;
Είναι του νου ο απύθμενος πόθος,
το άλλο μισό μου πρόσωπο,
αυτό που αναβλύζει απ’ το έρεβος.

Βλέπεις το καθρέφτισμά σου στα μάτια μου;
Του εαυτού σου η άλλη εκδοχή,
του πόθου σου η νοερή αγκαλιά,
που τόσο λαχταράς στη μοναξιά σου.

Ακούς την ηχώ απ’ τα λόγια σου;
Των Αγγέλων που δαιμονίστηκαν είναι η φωνή,
το πάθος μου το ακατασίγαστο,
που γίνεται φλόγα στα σπλάχνα σου.

Μέσα στο στόμα μου έχω

Μέσα στο στόμα μου έχω,
από ’κείνο ακόμη το δείλι,
το κατάλευκο ρόδο.

Όταν μιλάω, τα λόγια μου
στρέφουν τα κοίλα επάνω σου,
μέσα τους να σε κλείσουν.

Κι όταν σιωπώ, απ’ τις σκέψεις μου
τυραννικά διεμβολίζομαι
και το χάος κοιτάω.

Απελπισμένος από τη Λογική
και του παράλογου δέσμιος,
ακροβατώ στον ορίζοντα.

Πάνω απ’ τα βάραθρα
που τα λόγια σου άνοιξαν
στου χρόνου το χάραγμα.

Και μέσα τους μ’ έριξαν
της ψυχής μου οι δαίμονες
και τα θηρία του νου.

Βυθίζεται ο ήλιος

Βυθίζεται ο ήλιος,
μετράς τη σκόνη της μέρας
ποίημα να κάνεις.

Η νύχτα επωάζει όνειρα,
η Σελήνη άπληστη
διαχέει τον πόθο της.

Αναζητάς τη σιωπή
στα λόγια των άλλων
και στα βιβλία.

Τι μένει; Το ψέμα.
Ντύσου το κι έβγα.
Αποπλανήσου.

Ζήσε τον έρωτα
βαθιά κι αχόρταγα,
στον ρυθμό της ψυχής σου.

Σε βλέπω να ’ρχεσαι

Σε βλέπω να ’ρχεσαι
μες στα σφιχτά σου τζιν,
το βλέμμα αλλού,
στο μάγουλο μια σιγαλιά,
στα χείλη ανατριχίλα…

Με βήμα βάσιμο
σε πλησιάζω.
Ερχόμαστε κοντά,
στο ένα μέτρο,
ύστερα στο μισό,
μετά αγγιζόμαστε
στους ώμους…

Καθώς περνάς,
εκείνη τη στιγμή,
κάτι συμβαίνει.
Δεν κοιταζόμαστε…
Πώς άλλωστε;

Στρέφεις την πλάτη,
βαδίζω κι άλλο…
Είσαι εντός μου…
Κοιτάζω πίσω.
Μα στρίβεις,
χάνεσαι…
Για πάντα σβήνεσαι.

Στον ιστό της πόλης

Στον ιστό της πόλης που χάνομαι,
επιστρέφω στο σημείο μηδέν,
σημειώνω στον χάρτη το στίγμα σου,
πλησιάζω με αργές απλωσιές.

Χείλη χλομά κι αφίλητα
στης νύχτας τ’ αναφιλητά,
χέρια που θέλουν αγκαλιά
στου φεγγαριού τα αίματα.

Βλέπω το φως σου να καίει,
η νύχτα μού στρέφει το άλλο μάγουλο,
μου επιτρέπει να της κλέψω ένα φιλί,
στο ένα βήμα να σε πλησιάσω.

Πλάσμα της φαντασίας,
άγγιγμα της φωτιάς,
μαχαίρι της θυσίας,
ρίγος της μοναξιάς.

Αλλάζω την πορεία μου πια,
οι χάρτες των άστρων δεν ωφελούν.
Τι ωφελούν τα ποιήματα
άμα δεν είσαι πια εδώ;

Ώσπου διαπιστώνω πως
άστρο στο παραθύρι σου
είναι που σε φωτίζει, φως
που καίει για χατίρι σου.

Τον ουρανό θωρείς κι από τ’ αστέρια

Τον ουρανό θωρείς κι από τ’ αστέρια,
Κόρη των αστεριών,
κάτι να προσδοκείς μου φαίνεται, νομίζω,
μέταλλο από της Νύχτας,
που σαν φουστάνι
ένας σιρόκος σήκωσε απ’ τη Σελήνη τ’ ασημί,
κι ώσπου να φέρει
το φως από την αντανάκλασή του
πάνω σου,

Συ, που θα λέγαν κάποτε
«Δαιμονική της Νύχτας»,
το φως δαμάζεις και,
πριν διαβεί, δονείσαι, της ηδονής δέσμια,
παραδίνεσαι.

Δαιμονική της Νύχτας,
ζωγραφιστή στο τέμπλο
των Ονείρων.

Ένιωθα το χαμόγελό σου στο σκοτάδι

Ένιωθα το χαμόγελό σου στο σκοτάδι,
μόλις του Έρωτα το χάδι πήρε να σβήνει
κι η αποθυμιά ν’ αχνοχαράζει στο κορμί σου.
Ήσουν μισή βελανιδιά, μισή Σελήνη,
μ’ όλα τα φύλλα και τα νούφαρα της νύχτας,
μ’ όλες τις πόες και τους πόθους των ερώτων.

Τώρα στους δαιδάλους της σκέψης τριγυρίζεις,
κόρη του Φεγγαριού, άστρο της Δύσης,
αγέρι του Καλοκαιριού, φύσα να πάμε
από τον Όλυμπο ως τις κορφές της Κρήτης.
Δώσ’ μου το χέρι σου, Κόρη της Πασιφάης,
ισόθεη του Έρωτα, Σειρήνα των κυμάτων.

Έλαμπε το χαμόγελό σου στο σκοτάδι,
ήσουν στα χέρια μου, μέσα σου ήμουν.
Γύμνωσα της ψυχής σου το υφάδι,
να βρω μια Θεωρία όσων είδα.
Κι όσο βυθιζόμουν στα πελάγη, τόσο
σε Σένα γύριζα, σαν τη βελόνα στην πυξίδα.

Τη φορεσιά της Άνοιξης

Τη φορεσιά της Άνοιξης θα σου φορέσω
και τα σανδάλια του Καλοκαιριού.
Από τα κύματα θα πάρω την αλμύρα
και το αλάτι γύρω απ’ της κοιλιάς σου
τη φυλλωσιά θα πασπαλίσω.

Και το μαΐστρο πάνω από τη φτέρνα
και το γαρμπή στις γάμπες σου θα βάλω,
και στ’ ακροδάχτυλά σου θα περάσω
βραχιόλι απ’ της θάλασσας την άμμο.

Τα βράχια με λευκό θα ντύσω.
Από τ’ ασίγαστα νερά του Ολύμπου
θρονί για Σε, βασίλισσα των άστρων,
ερωτική θεά και πανδαμάτορα
της νύχτας των παθών και των ονείρων.

Τον ουρανό θωρείς κι από τ’ αστέρια

Τον ουρανό θωρείς κι από τ’ αστέρια,
Κόρη των αστεριών,
αργά ρουφάς το φως!

Από τη μια τα κύματα,
οι σκέψεις και τα βήματά σου από την άλλη…

Και καθώς
Δαιμονική της Νύχτας
στέκεσαι στη στεριά στερνή φορά,
στολίζεις
με το βλέμμα σου
τα πράγματα που γύρω διαλύονται,
ενώ εσύ,
Δαιμονική της Νύχτας,
χαμένη ήδη στον ορίζοντα,
μόνο με τα πατήματα στην άμμο μένεις,
τους ορισμούς που έδωσες,
τις έννοιες που επινόησες.

Θέλω να σε υμνήσω

Θέλω να σε υμνήσω στους ροδώνες της ηδονής.
— Θέλω…

Θέλω να σε πλαγιάσω στην απεραντοσύνη των ονείρων.
— Θέλω…

Θέλω να ξεδιπλώσω της ψυχής σου τις πιο κρυφές πτυχές.
— Θέλω…

Θέλω να ταξιδέψω στου κορμιού σου το γαλαξιακό στερέωμα.
— Θέλω…

Θέλω να σε μετουσιώσω στο άρρητο και στο επέκεινα.
— Θέλω…

Θέλω να σε μεθύσω με τους χυμούς της σύμπασας Άνοιξης.
— Θέλω…

Θέλω το σημείο τομής του Θανάτου με τον Έρωτα.
— Θέλω…
— Θέλω…
— Θέλω…

Θέλω… τη σιωπή της μοναξιάς, σαν σέρνεται το κύμα.
Θέλω ένα χνάρι στην αιωνιότητα.

Στη γωνιά του νου μου

Στη γωνιά του νου μου,
όπως κάθε βράδυ, άναψα κερί
και, σαν να έλυνα σταυρόλεξο, σκεφτόμουν
τι τάχα το χέρι μου σπρώχνει
να μουτζουρώνει τα χαρτιά.

Κι αντί να ψάχνω τις κατάλληλες λέξεις,
ορισμούς επινοούσα νέους, που
όλο πλήθαιναν, κι όλο
πλήθαιναν τα λευκά τετράγωνα, ώσπου
απλώθηκε από τη μιαν άκρη στην άλλη
μ’ ένα και μόνο μαύρο τετραγωνίδιο
στο κέντρο,
μια μαύρη βούλα και μοναχική,
που έμοιαζε τόσο παράξενα
με την ψυχή μου.

Έκλεισες του κύκλου σου τα πι

Έκλεισες του κύκλου σου τα πι,
έκανες, όπως έπρεπε, τη διαδρομή σου.
Είχες βάλει πλώρη για το άπειρο,
μα πήγαινες όλο ευθεία, όλο ευθεία νόμιζες
πως θα ’βρεις της ψυχής το φως,
ενώ γωνίες έπρεπε να σχηματίζεις,
αμβλείες κι αδυσώπητες,
κι εφαπτομενικά να προσεγγίζεις
της μοίρας σου το κυκλικό μηδέν.

Κι αν με το νου νοερά ν’ αγκαλιάσω μπορούσα

Κι αν με το νου νοερά ν’ αγκαλιάσω μπορούσα
την πλάση όλη και των Αγγέλων τις σκάλες,
κι αν η ψυχή μου χωρούσε χιλιάδες
αισθήσεις κι άλλες που η ζωή απολαύσεις
χαρίζει, και πάλι φοβάμαι
γυμνός θα γυρνούσα,
τα μάτια στραμμένα σε σένα,
σε σένα που ξέρεις, μα μ’ ένα βλέμμα,
μα με το γέλιο σου, να μ’ ανασταίνεις.

Τι σε κάνει να γράφεις ποιήματα

«Τι σε κάνει να γράφεις ποιήματα;»
σε ρώτησα κι εσύ
σήκωσες το ’να φρύδι σου
κι ολόισια με κάρφωσες στα μάτια.

Ίσως κάτι να είπες. Ίσως και τίποτε.
Μια σιωπή στα χείλη σου.
Στις σιωπές ανάμεσα, κενό
κι η απορία μετέωρη.

Όλο με απορίες θα πορεύομαι.

Είναι κι εκείνες οι ταραχώδεις νύχτες

Είναι κι εκείνες οι ταραχώδεις νύχτες
που όλο έρχονται και ξαναφεύγουν,
ανέραστες κι ενοχλητικές,
εντεταλμένες να γνωμοδοτούν,
να κατευθύνουν και να διατάζουν,
να υπογράφουν, να ποδηγετούν
και, μέσα σε ηδονικούς σπασμούς,
καθώς σφαδάζουν,
«Ουαί, ουαί τοις ηττημένοις»,
μετά τις οιμωγές τους να σιωπούν.

Είν’ η Σελήνη ασημί

Είν’ η Σελήνη ασημί
απ’ των ματιών τη λάμψη
και στα πορθμεία των ψυχών
η λησμονιά παγώνει.

Από το βλέμμα τη σιωπή
κι από το νου την κόψη,
καθώς προβάλλεις μοναχή
στο φέγγισμα των άστρων,
κόρη των λαγαρών νερών
και των κρυφών ερώτων.

Τις έχω γνωρίσει κι εγώ

Τις έχω γνωρίσει κι εγώ
εκείνες τις νύχτες που δεν έχουν τέλος,
στο άδειο δωμάτιο το σιωπηλό.

Τις έχω γνωρίσει στις άκρες του νου,
της πικρής προσμονής το κενό,
το άδειο μπουκάλι και τ’ άδειο πακέτο,
τη ζάλη σαν σβήνει το φως απ’ τα μάτια,
τη ζάλη της μνήμης βαθιά στο μυαλό,
τους γνώριμους ήχους που δραπετεύουν,
τα παλιά «σ’ αγαπώ» στις άκρες των χειλιών σου.

Τις ώρες οι όρκοι που γίνονται γύπες,
τώρα που μ’ έχεις στο βράχο καρφώσει
με καρφιά των φιλιών σου, τις λόγχες.

Εσφαλμένη Σελήνη, υποτροπιάζουσα

Εσφαλμένη Σελήνη, υποτροπιάζουσα,
εις μάτην μάτωσες κι απόψε.
Ποιος έμεινε τάχα να σε φυλλομετρά;
Και ποιος τα ενδεχόμενά σου παίζει στα ζάρια;

Ξελογιάστρα Σελήνη με το νυφικό,
με τον μανδύα που καλύπτει το γυμνό σου σώμα,
αφόρετο — τι κρίμα! — όνειρο κι αυτό,
που σαν καράβι μόνο ταξιδεύει
στη μέση του Ωκεανού, που κατοικείς,
και απορείς, ενάρετη, που τόσο λίγο
σε πίστεψαν οι άνθρωποι, και το μηδέν
αναζητάς πριν φύγεις και σωπαίνεις.

Με άκρα προσοχή και επιμέλεια

Με άκρα προσοχή και επιμέλεια
βάζω στα ράφια τις σκέψεις μου:
εδώ τις μωβ, εκεί τις μπλε,
πιο πέρα τις λευκές,
τις μαύρες πάνω πάνω,
τις κόκκινες που κάνω όταν λείπεις.

Τις έχω στο μυαλό μου
σκόρπιες κι ανάκατες
με τα ποιήματά μου.

Χθες βράδυ διαβάζοντας ποιήματα

Χθες βράδυ, διαβάζοντας ποιήματα
(μη χειρότερα — ποιήματα! Αν είναι δυνατόν!),
έπεσα πάνω σ’ ένα που μιλούσε για θάνατο.
Ήταν απ’ τα καλά, π’ ανάθεμά το.

Έτσι με πήρε ο ύπνος, γλυκά σαν θάνατος,
τόσο που το πρωί ξαφνιάστηκα
που ήμουν ζωντανός.

Αχ, ο στεναγμός,
βράδυ του Ιουλίου,
σπασμός των σπλάχνων.

Είχαν παγώσει όλα

Είχαν παγώσει όλα, κι η Σελήνη
και τ’ άστρα τουρτουρίζανε στο κρύο.
Αγρίεψε ξανά το ξεροβόρι,
μια σπιθαμή ανέβηκε το χιόνι.

Θα πρέπει να ’χα προ καιρού παραδομένες
και τις εφτά ψυχές μου στο αγιάζι,
μα τύχη το ’θελε να στέκω μπρος στο τζάκι.
Είμαι σπιτόγατος εγώ και δε με νοιάζει.

Είμαι σπιτόγατος, το λέω και καυχιέμαι,
μακριά από μένα περιπέτειες κι ανέμοι.
Έχω την αγκαλιά τ’ αφεντικού μου
και την τροφή μου μ’ επιμέλεια δοσμένη.

Καμιά φορά ακούω στα κεραμίδια
νιαουρητά αγριωπά ή όλο νάζι,
μα εμένανε αυτό δε με πειράζει,
δε με τραβάνε περιπέτειες και παιχνίδια.

Δεν είναι που τα χρόνια έχουν περάσει,
δεν είναι που στη σύνταξη αγγίζω.
Είναι στο αίμα μου ή, όπως λεν, στο ντι εν έι,
άεργος να τη ζω χωρίς ν’ αξίζω.

Μόνο καμιά γατούλα στο σκοτάδι,
σαν δω στο μπαλκονάκι ν’ αλητεύει,
ορέγομαι και λαχταρώ μαζί της
να βγούμε για τσιπούρες ένα βράδυ.

Θα γράψω ένα ποίημα για τα βάθη

Θα γράψω ένα ποίημα για τα βάθη
τόσων ερώτων φευγαλέων και παθών.
Θα τραγουδήσω, λέω, όλα μου τα λάθη
για όσες πλήγωσα, μοιραίες γυναίκες.

Θα ’ναι το ποίημα αυτό το πιο τρανό μου,
το πιο ερωτικό, το πιο βαθύ.
Θα το θυμούνται και μετά τον θάνατό μου,
αφού θα κλαίει για την άδεια μου ψυχή.

Την άδεια μου ψυχή αυτήν που τώρα
το χέρι μου κρατεί και στη γραφή
το συνοδεύει ανηφόρα κατηφόρα,
βάζει στο ποίημα που γράφει υπογραφή.

Και μέσα από την άδεια σκοτεινιά της,
ένα ή δύο δάκρυα στεγνά,
κάπου απιθωμένα στη γωνιά της,
απομεινάρια στα στερνά της ζωής της.

Θα γράψω, είπα, ένα ποίημα για τα πάθη
κάποιας ψυχής, μα ποιας; Και τι να πω;
Αφού τα λόγια μου είναι γεμάτα λάθη
και έχω πάψει από καιρό να αγαπώ.

Πέτα το όπλο σου και έλα

Πέτα το όπλο σου και έλα
έξω απ’ τα τείχη, έξω απ’ τα κάστρα,
στα καφενεία του Επταπυργίου.
Ν’ ανέβουμε στου Τριγωνίου την πολεμίστρα.
Τα «με», τα «σε», ακούς; Δίνουν και παίρνουν.
Άκου πώς τραγουδάνε τα καρντάσια.
Ως εδώ φτάναν οι φωνές των κρατουμένων.

Στη Σαλονίκη είσαι, φίλε,
η Άνω Πόλη είναι μπρος σου,
λίγο πιο ’κει το μοναστήρι των Βλατάδων.
Δεν είναι η μπουγάτσα που μυρίζει, φίλε,
είναι θυμίαμα απ’ το Βυζάντιο φερμένο,
σωστό χασίσι, σέρτικο, του θυμιατού ανάσα.
Λίγο ακόμη και στον Άη Δημήτρη μπαίνεις.
Πού να ’ξερες τι σου ’χουνε γραμμένο!
Καμένος — ξεκαμένος, καβαλάρης,
και ίσια στην ευθεία αν κατέβεις,
να σου κι ο άλλος καβαλάρης με το ξίφος.

Έλα, κάθισε λίγο ’δω να ξαποστάσεις,
κουράστηκες τόσα χιλιόμετρα να κάνεις.
Τι; Πώς το λένε το καφέ; «Ρωξάνη».
Και σαν έναν ή δυο καφέδες πάρεις,
πάμε στην Αρετσού σε μια ταβέρνα
ή μήπως στα Λαδάδικα γουστάρεις;
Μα εκεί, σε λέω, το βραδάκι θα σε πάω.
Περνούσα από ’κει μικρός, τη μέρα δε μ’ αρέσει.

Νύχτωσε, λες. Γελάω.
Έχει νυχτώσει εδώ και ώρες.
Δεν το κατάλαβες; Πού να το καταλάβεις;
Η νύχτα φέγγει πιο πολύ από τη μέρα.

Έλα, αρκεί για σήμερα, αύριο πάλι.
Πάμε για έναν πατσά…
ή μήπως προτιμάς μακαρονάδα;

Άπελπις μπαίνω
στον κόσμο του απείρου
και του θανάτου.

Σώπασε η νύχτα

Σώπασε η νύχτα.

Από τη στιγμή που σμίξαμε κι ύστερα,
μια αιωνιότητα.
Λίγο πριν έσκυβα στο βάθος της πληγής σου,
έκοψα λεμόνι απ’ τον κήπο σου
και δάγκωσα τις πίκρες σου
κι όλα τα βάσανά σου.

Σαν να έφυγε προς στιγμήν το αίμα του φεγγαριού
από το βλέμμα σου, γύρισες κι είπες κάτι
για τον αίροντα τις αμαρτίες των ανθρώπων,
πριν σωπάσεις και πριν
σωπάσει μαζί σου η νύχτα.

Τώρα με απλωσιές ξανοίγεσαι.
Τόσα νησιά μπροστά σου,
διάλεξες το πιο άνυδρο.
Πόσος χρόνος μάς μένει ακόμη;
Σε βλέπω κι ούτε κουβέντα λέω.
Να γιατί η θλίψη θα υπάρχει πάντα.
Ο καθένας μας κι ένα νησί,
κι ώσπου να το καταλάβουμε, η ζωή περνάει.

Και πιο πέρα λέξεις, λόγια ασύνδετα,
φρυκτωρίες ψυχών,
καραβάνια με αλλοπρόσαλλο πλήρωμα
και άχρηστη πραμάτεια.

Ο χρόνος μας τελειώνει.
Αχόρταγα σε φίλησα πριν πάρω το τιμόνι.

Όπως του κορμιού σου ο οίστρος

Όπως του κορμιού σου ο οίστρος
μ’ έχει στ’ ασυνόρευτα της θάλασσας κύματα,
μεταφέρει και κινεί μέσα μου ορυμαγδό
τα σκοτεινά ορμέμφυτα του αρπακτικού,
που με επιμέλεια περισσή έμαθα να καμουφλάρω,
άλλοτε υπό τον μανδύα της ποίησης, άλλοτε με τη σιωπή,
ακόμη και με τη φυγή, όταν χρειάστηκε, για να μην πέσω
στο βάραθρο το σκοτεινό που άνοιγε ο έρωτας
στα πόδια μου από κάτω, τόσο που με καλούσε η ηδονή
σε βοσκοτόπια απέραντα και άδεια, που, αρπακτικό εγώ
και με την ύπουλη σαΐτα του κυνηγού, καραδοκούσα
κι ήθελα τη ζωή να πάρω, ενώ γνωρίζω, και μάλιστα καλά,
πως για καλά χαμένος είμαι κι όλο πιο βαθιά
βυθίζομαι της λαγνείας τον θανατηφόρο εναγκαλισμό,
που οδηγεί με βεβαιότητα γεωμετρικού θεωρήματος
στην απώλεια σωμάτων και ψυχών, την ώρα που μαζί σου
πρόκειται να συνευρεθώ και να σου πάρω
λόγια ασυνάρτητα, κραυγές, και να σου επιστρέψω
αυτό το άδειο μου που ήδη έχεις και γνωρίζεις κι όλο
πάλι το ποθείς κι όλο γυρεύεις, λες και όταν γινόμαστε ένα
το έρεβος διώχνει κάτι από το άγος των ψυχών μας,
που ως ψυχή μεταφέρεται, ως ακτινοβολία, ως ηλίου φως,
σε χώρους που η μετρική δεν έχει διερευνηθεί ακόμη,
εκεί που ανάμεσα στο εσύ και στο εμείς
δε μεσολαβεί παρά ο πόθος και πιθανολογείται το μηδέν.

Ώστε λοιπόν γι’ αυτό: κάθε που έρχεται το δειλινό
και από μακριά ακούγονται καμπάνες, είναι γιατί
έχει μείνει θαμμένο για καλά το μυστικό
και το κλειδί του Παραδείσου μένει ακόμη να βρεθεί.

Κατέρρεαν μέσα μου

Κατέρρεαν μέσα μου
οι αναστολές,
ενώ βαθιά, ηδονικά,
δονούσες τα σπλάχνα μου.

Μπαινόβγαινες με πάθος,
με χτυπούσες, με κάρφωνες.
Κουρέλι γινόμουνα,
ένα μηδενικό, μια εσοχή
για σένα να εισχωρείς,
ν’ αδειάζεις το βάρος σου,
να ξεφορτώνεις τη μνήμη σου
και μέσα μου για πάντα να μένεις,
να με λεηλατείς,
να μου πατάς την ύπαρξη,
να με ποθείς,
στα χέρια μου να σβήνεις.

Ώρα να πηγαίνω

Ώρα να πηγαίνω.
Δεν έμεινε άλλος χρόνος,
ούτε καρφιά, φωνήεντα,
μέσα σου να καρφώσω
την ώρα της κορύφωσης
της ηδονής σου.

Στου νου τους μαίανδρους,
επίμονα και με ρυθμό,
ξέφρενα, γλώσσες πύρινες,
όνειρα και αποθυμιές,
σωρεύονται οι θύμισες
απ’ τους σπασμούς σου.

Γι’ αυτό και φεύγω.
Τα μάτια σφάλισε.
Άδειασε ο κόσμος μέσα μου,
καθώς σιμώνει άτεγκτη
η ώρα η απατηλή
ν’ αντικριστούμε.

«Ίσως» λες

«Ίσως» λες και με το βλέμμα αφήνεις
χρόνων και χρόνων προσμονές
στων ορυχείων που έσκαβες τις γνώσεις,
έχοντας κιόλας λησμονήσει πως

οι μέλισσες στην άκρη της αυλής αδημονούσαν,
έφευγαν τα πουλιά κοπαδιαστά,
μνήμες της Άνω Πόλης,
με τα μπαλκόνια γεμάτα τριαντάφυλλα,

ώσπου λιγόστεψε, για δες, το φως
κι έμεινε πίσω σου δεμένη η βάρκα,
που τώρα, όσο στρέφεις τη ματιά,
βλέπεις πως είναι πια αργά να επιστρέψεις

και ξεμακραίνεις…

Κι όλο μέσα στα χρονόμετρα και στα χαρτιά
τους χάρτες σημαδεύεις και χαράσσεις,
ενώ ο χρόνος αδυσώπητος κυλά.

Ξεγύμνωσα μπροστά σου την ψυχή μου

Ξεγύμνωσα μπροστά σου την ψυχή μου,
πέταξα τα ρούχα μου,
να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη σου,
τα νερά της λίμνης σου να κοκκινίσω.

Μέσα στα μάτια σου
μία Σελήνη πράσινη,
μόλις απογαλακτισμένη,
δίνοντας νόημα στις προσδοκίες σου.

Αν θυμάμαι καλά, με φίλησες.
Ύστερα, με πήρες απ’ το χέρι,
σαν από τότε που χτίσανε τον κόσμο,
έτσι που να πονά και να υποφέρει

όταν οι άνθρωποι χωρίζουν
κι όταν ανάμεσά τους
η νύχτα μπαίνει.

 Όπως συνελισσόταν η Άνοιξη με τον Χειμώνα

Όπως συνελισσόταν η Άνοιξη με τον Χειμώνα…

— Θυμάμαι, μου ’λεγες, όλα τα χρόνια
κι όλα τα λόγια σου, μα δεν
θυμάμαι…

Κλείνω τα μάτια…
Τρένα στη θύμησή μου διαβαίνουν.
Grenoble – Genève.
Ω Θεέ μου!

Τώρα γιατί θα έπρεπε να μην τα ζήσω
ξανά εκείνα
που τόσο άδικα περάσαν και χαθήκαν
και μου ’φυγαν μες απ’ τα χέρια;

Γιατί να μην γυρνά ο χρόνος πίσω;
Αφού η μνήμη τόσο αμείλικτα το θέλει
και η ψυχή εκεί συνέχεια γυρίζει,
στα χρόνια που καρφώθηκε η νιότη.

Τώρα για τα καλά μπήκε ο Χειμώνας.

Δε θα ’πρεπε, μα κλαίω, γιατί ελπίδα
δεν βρίσκω, και η βροχή
που από το τζάμι έξω πέφτει
είναι βωβή, δίχως ήλιο…

Η Ίρις δεν θα αντικρίσει πλέον
από τα σύννεφα να ξεπροβάλλει
Ουράνιο Τόξο.

Αν δεν υπήρχες εσύ

Αν δεν υπήρχες εσύ, ο κόσμος
δεν θα είχε επινοηθεί, η πλάση
δεν θα είχε νόημα ούτε οι μύθοι
ούτε οι θεοί.

Αν δεν υπήρχες εσύ, τ’ αστέρια
δεν θα φέγγαν τη νύχτα και ούτε
στην άκρη του κύματος το μύρο θα έπνεε
μες στη σιγή.

Αν δεν υπήρχες εσύ, το μυστικό,
τ’ απόκοσμο της οικουμένης, θα ’χε χαθεί
κι η θύρα που έμελλε ν’ ανοίξει
χωρίς κλειδί.

Υπάρχεις όμως! Κι ο θεός
μαζί σου υπάρχει, και ο κόσμος
και η πλάση, το στερέωμα, ο νους
και η ψυχή.

«Τώρα για περασμένα θα μιλάμε;»

«Τώρα για περασμένα θα μιλάμε;» έλεγες
και με το χέρι έγνεφες,
σαν από καιρό κατέχοντας
την τέχνη τη μυστηριακή
της πρόσβασης στον Παράδεισο.

Η μνήμη παίζει…

Θυμήθηκες τα παιδικά σου χρόνια.
Ανάληψη, Άη Δημήτρης,
σπίτια αρχοντικά, χρόνια γκρεμισμένα,
στην παραλία πλοία πολεμικά,
άλλοι αμέριμνοι δόλωναν και ψάρευαν
εκείνον τον ήλιο που έλαμπε.

Η μνήμη παίζει με το μυαλό σου.

Ενώ η Θεσσαλονίκη νωχελικά,
εν απουσία σου, πλέει,
νύκτωρ, με αναμμένα
τα φώτα ομίχλης, και
περιπαθώς λικνίζεται ηδονικά.

Νύχτα του μέσα κόσμου

Νύχτα του μέσα κόσμου,
των μυστηρίων και των μυστικών,
με τη Σελήνη απούσα
και λεία τη φωνή του ερημίτη τζίτζικα.

Νύχτα αιμάσσουσα και σιωπηλή,
γυναίκα μόνη στο παραθύρι ξάγρυπνη,
στρατιώτες άοπλοι, αιώνες οπλισμένοι,
Σελήνη φιλημένη στα δυο μάγουλα.

Νύχτα των ταραχών και της σιγής,
στιγμών στιγμή ακίνητη,
άμετρη νύχτα εκρηκτική,
Αγγέλων και Δαιμόνων έρεβος.

Νύχτα περιπόθητη και των ονείρων,
ονειρική και ονειροκρατούσα,
απροσδιόριστο ένα χαμόγελό σου
κι ένα σου πέπλο τη συνείδηση του κόσμου

σαν μανιτάρι σκέπει.
Το μάτι άγρυπνο, δαιμονικό, το χείλι
αναζητάς κι εσύ το «πρέπει»,
για να το κάψεις στου έρωτα το καντήλι.

Επειδή υπάρχουν αρετές

Επειδή υπάρχουν αρετές
που μόνον όσοι ξέρουν να πονούν
τις βγάζουν πέρα.

Άλλες κρυφές που γέρνουν όμοια στάχυα
κι εξηγούν του κόσμου τα ανείπωτα.

Κι άλλες πιο ήπιες μουσικές που μαλακώνουν
τα όνειρά σου την ώρα ετούτη που
γέρνεις την πλάτη ενώ ταυτόχρονα γερνάς.

Και επειδή κλείνει η ποίηση μια μουσική
που όλο δανεική την παίρνεις και όλο πάλι
πίσω τη γυρνάς και γνέφεις.

Αστερισμούς, χαμένους πόθους σου,
στυφούς στης μέρας το χυμό,

να λαχταράς, να ποθείς ολοένα πιότερο τον χρόνο,
τον ύστερο κι ακόμα πιο πολύ τον τωρινό. Αλλά

η τύχη άλλη και φτωχά τα ονόματα
που δίνει η γλώσσα στο αναποδογύρισμα των σπλάχνων.

Καθώς περνάς ξερνώντας τη φωτιά ολόγυρά σου,
που από το σώμα σου θαρρείς πηγάζουν πυρκαγιές.

Να κάψεις θέλησες, ω ναι!
Μα η καρδιά σου

πετούμενο έμεινε ορφανό στις ερημιές.

Μηρυκάζω ανομολόγητους στίχους

Μηρυκάζω ανομολόγητους στίχους
που ίσως ειπώθηκαν μέσα
στη νυχτερινή αχλή του Φθινοπώρου.

Περιεργάζομαι κόκκινα όνειρα
που ξεχασμένοι εραστές
παραμέλησαν πάνω στους τοίχους.

Ψηλαφώ τα κορμιά των αγαλμάτων
μέσα στο διαχεόμενο φως
της Σελήνης.

Τίποτε πια μην έχοντας να χάσω
— παρά τη νοσταλγία της σιωπής —
αφήνομαι στον χρόνο.

Χάραζα γραμμές

Χάραζα γραμμές κάτω απ’ τους ήχους
του αγέρα που άφηναν καβάκια γέρικα
μες απ’ τη φυλλωσιά τους να περνά.

Δεν ήμουν μαθημένος στα μυστήρια:
Ήταν τα χρώματα εφτά,
τ’ αστέρια αμέτρητα,
η αγάπη στ’ άσπρα κι άπιαστη
κι η μάνα μου στο σάλι της.

Μα αυτό που προεκτείνεται απ’ την κληματαριά
μπορεί να ’ναι η ομορφιά η ίδια,
εμείς, τα λόγια, τα όνειρα…
Θυμίζει, λέω, τα παλιά και δυο παιδιά ξυπόλητα
στης κάμαρας τη μέση.

Μπορεί οι πόθοι αυτοί να ’σαι κι εσύ,
όμοια μ’ ένα
μενεξεδί τριαντάφυλλο,
μοναδικό, που θα κρατείς
τότε που έξω απ’ τη ζωή μου θα θυμάσαι
που σου μιλούσα για φιλιά
και για χαμένα χρόνια.

Η τέλεια πόλη

Η τέλεια πόλη
είναι
εκείνη
που καθώς περπατάς
με το κορίτσι σου,

άξαφνα
και δίχως να το θες,
βρίσκεις
στο πιο πολυσύχναστο μέρος
μια γωνιά
ήσυχη,
απόμερη,
μυστική,

να το τραβήξεις εκεί
και να
το φιλήσεις
στο στόμα
περιπαθώς,
έντονα,
εμπεριστατωμένα,
με βογκητά
έρωτα ανείπωτου,
ακατασίγαστου,
ακατάσχετου,
πεφλογισμένου,

κι ύστερα
το δρόμο σας να πάρετε
για τη μεγάλη πλατεία…

Όσο σε σκέπτομαι

Όσο σε σκέπτομαι
— και δε σταματώ να σε σκέπτομαι —
η καρδιά μου χωρά
τον ουρανό ολόκληρο
και τη θάλασσα
με τον ήλιο της,
απ’ τη μια ως την άλλη την άκρη.

Όσο νομίζω πως έρχεσαι,
τόσο η σκέψη μου πάλλεται
γύρω από τον άξονα
του κορμιού σου,
νήμα λεπτό
που τυλίγεται
να σε δέσει μαζί μου.

Και όσο φεύγεις,
ακούω το λυγμό των άστρων,
την ανάσα των λύκων,
τις παγωμένες μου μέρες,
τις ανίερες νύχτες,
με τις στάλες του χρόνου
να ορμούν να με πνίξουν.

Πάλι σε σένα στρέφεται ο νους μου

Πάλι σε σένα στρέφεται ο νους μου.
Με λόγια απλά, μου λείπεις.
Σε ψάχνω σε ποιήματα που άλλοι γράφουν,
σε ψάχνω σε νοσταλγικές εικόνες,
γιατί, με λόγια απλά, μου λείπεις,
κι αναζητώ ό,τι σου μοιάζει ν’ αποκτήσω,
αναζητώ τη γιατρειά της λύπης.

Γιατί εσύ, αγαπημένη,
σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη
τ’ ουρανού μέσα μου είσαι
και για σένα πλέκω,
σαν την αράχνη τον ιστό,
που μέσα θα κλειστώ και θα σε κλέψω,
σαν θα περνάς, βασίλισσα,
διάφανη και βιαστική.

Εσένα που ποθώ στην αγκαλιά μου,
στην αγκαλιά σου θα κλειστώ για να χαθώ
και μέσα της να κλάψω.

Γιατί εσύ, αγάπη μου, εσύ,
σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη
της θαλάσσης μέσα μου είσαι.
Πήρες το φως απ’ την Ηώ
κάθε αυγή να φέγγεις, φως μου,
στο διάβα του καιρού
και στο νοτιά του κόσμου.

Από τα χέρια σου θα πάρω μια Σελήνη

Από τα χέρια σου θα πάρω μια Σελήνη,
κόκκινη από της ηδονής το μέλι.
Θα ’μαι ο Έσπερος και θα ’σαι η Αφροδίτη.

Κι όσο θα με κρατάς, θα λάμπω.
Θα χάνω τη θωριά μου σαν μ’ αφήνεις,
θα ξεψυχώ μ’ ένα φιλί στην αγκαλιά σου.

Άνοιξη, φως, χαρά του κόσμου,
πάλλεται η ψυχή μου στην ψυχή σου
και στου βλέμματός σου τη μαγεμένη φωτιά,

απ’ το χαμόγελό σου που πηγάζει,
στο πρόσωπό μου αντανακλάται και γεμίζει
λάμψη ολάκερη την Οικουμένη.